Η ΘΕΣΜΙΚΗ ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ ΤΗΣ «ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗΣ» ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ

Ο εθισμός στο παράλογο, που με την διαχρονική επανάληψή του τείνει να γίνει αυτονόητο, αποτελεί παθογένεια. Πόσο μάλλον όταν αυτό το παράλογο είναι ταυτόχρονα και «αντισυνταγματικό». Ο λόγος που η τελευταία λέξη τίθεται σε εισαγωγικά, είναι επειδή το ίδιο το Σύνταγμα που ισχύει στη χώρα μας, αναιρεί τον ίδιο του τον εαυτό- και δεν συμβαίνει αυτό μια φορά.

Η αρχή της διάκρισης των εξουσιών (ή λειτουργιών ακριβέστερα), ούτε νέα είναι ούτε πρωτότυπη, δεδομένου ότι έρχεται από τα βάθη της ελληνικής αρχαιότητας ως θεωρία (που μετασχηματίστηκε στην πορεία) και αποτελεί μέχρι σήμερα τον θεμέλιο λίθο κάθε ευνομούμενης Πολιτείας. Όσο πιο «διαπερατό» γίνεται το όριο μεταξύ των τριών λειτουργιών (νομοθετικής, εκτελεστικής, δικαστικής), τόσο λιγότερο δημοκρατική είναι μια Πολιτεία. Θα έλεγε κανείς ότι το κριτήριο αυτό είναι σχεδόν αλάνθαστό και διαχρονικό, αφού λειτουργώντας ως θεσμικός «σεισμογράφος», οδηγεί σε απόλυτα ασφαλή συμπεράσματα: Στα ολοκληρωτικά καθεστώτα (πρώην ΕΣΣΔ και χώρες- δορυφόροι, δικτατορίες Ασίας και Λατινικής Αμερικής , φασιστικά- ναζιστικά κράτη του μεσοπολέμου κλπ. ) τα όρια μεταξύ των λειτουργιών ή δεν υπήρχαν καν ή και αν υπήρχαν θεωρητικά, υποτάσσονταν απολύτως στην εκτελεστική εξουσία. Ποιος μπορούσε εκεί να διαμαρτυρηθεί για μη «δίκαιη δίκη» και για «αντισυνταγματική» νομοθεσία;

Αντίθετα, στα καθεστώτα που η δυτικού τύπου Δημοκρατία θεωρείται περισσότερο εδραιωμένη και ακλόνητη (Σκανδιναβία, Ελβετία κλπ), θα πρέπει να αποτελεί ένδειξη ψυχοπάθειας να θεωρήσει κανείς ότι η Κυβέρνηση παρενέβη στη δικαστική εξέλιξη μιας υπόθεσης ή ότι νομοθέτησε αντίστοιχα.

Στην Ελλάδα όμως, η παθογένεια ξεκινάει από τον ίδιο τον λεγόμενο «Καταστατικό Χάρτη», το Σύνταγμα. Σύμφωνα λοιπόν με το άρθρο 90 παρ. 5 του Συντάγματος «Οι προαγωγές στις θέσεις του προέδρου και του αντιπροέδρου του ΣτΕ, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου διενεργούνται με Προεδρικό Διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, με επιλογή μεταξύ των μελών του αντίστοιχου ανωτάτου δικαστηρίου…» παρ. 6 «Οι αποφάσεις ή πράξεις κατά τις διατάξεις του άρθρου δεν προσβάλλονται από το ΣτΕ».

Αποτελεί ή όχι αυτό την επιτομή της κατάργησης της διάκρισης των λειτουργιών; Το Υπουργικό Συμβούλιο, δηλαδή η Κυβέρνηση, δηλαδή ο Πρωθυπουργός με εκείνους που έχει επιλέξει για Υπουργούς (που μπορεί να μην έχουν καν ψηφιστεί) αποφασίζει κατ’ ουσίαν ΜΟΝΟΣ ΤΟΥ για την ηγεσία ολόκληρης της ανώτατης Δικαιοσύνης σε όλα τα Δικαστήρια. Γιατί το κάνει; Απαντήστε μόνοι σας! Γιατί κανένα από τα κόμματα που κυβέρνησαν και από τις δεκάδες Κυβερνήσεις που παρήλασαν, δεν αναθεώρησε το άρθρο αυτό; Απαντήστε πάλι μόνοι σας!

Ποιος είναι ο λόγος που ο κάθε τυχάρπαστος υπουργάκος, ανερυθρίαστα και χωρίς καμία απολύτως κύρωση, μπορεί να δηλώνει ότι «θέλει να ενημερωθεί για την πορεία της τάδε εκκρεμούς υπόθεσης» υποχρεώνοντας τους Δικαστές να τον «ενημερώσουν» αντί να τον πετάξουν με τις κλωτσιές στις σκάλες; Το άρθρο 90! Ποιος είναι ο λόγος που κάποιος άλλος «θεσμικός παράγοντας» μπορεί με την ίδια ευκολία να σηκώνει το τηλέφωνο και να μαθαίνει (για να μην ..κουραστεί να πάει μέχρι εκεί) τι αποφάσισε σε μια εκκρεμή υπόθεση κάποιος άλλος ανακριτής; Το άρθρο 90!

Στην προσπάθεια να «εκδημοκρατίσουν» (αλλά ποτέ να τροποποιήσουν) το εν λόγω άρθρο, κάποιοι φωτεινοί εγκέφαλοι το 2010, εφάρμοσαν πριν την τελική επιλογή από την Κυβέρνηση και μια «ενδιάμεση» διαδικασία. Περνούν τους υποψηφίους ανώτατους δικαστές από .. «casting» μιας επιτροπής της Βουλής , λες και θα συμμετάσχουν στο «TheVoice», και στο τέλος, αφού τους ρωτήσουν (ως άσχετοι) κάτι σαχλαμάρες…ψηφίζουν! Αυτοί που θα ..προκριθούν κατά πλειοψηφία, περνούν στο στάδιο που περιγράψαμε ανωτέρω, εκείνο του Υπουργικού Συμβουλίου. Αν αυτή η διαδικασία δεν αποτελεί- και για το ίδιο το κύρος της Δικαιοσύνης- τον έσχατο εξευτελισμό, αφού υποχρεώνει ανθρώπους με κατά τεκμήριο κύρος, γνώσεις και μεγάλη ηλικία, να παρελαύνουν ..ώστε να κριθούν και από εκπροσώπους της νομοθετικής εξουσίας, τι άλλο είναι;

Στην «αντισυνταγματικότητα» λοιπόν του άρθρου 90, που καθιστά την τρίτη λειτουργία (τη Δικαστική) κρινόμενη από την πρώτη (την Κυβέρνηση), ήρθαν και προσέθεσαν και μια νέα όπου η τρίτη λειτουργία κρίνεται και από την δεύτερη (την Νομοθετική)!

Σε όσα  μπορεί να ψελλίσουν οι ένοχοι απολογητές του άθλιου αυτού συστήματος ότι δήθεν «προσπάθησαν» να αναθεωρήσουν το άρθρο αλλά «οι άλλοι» δεν συμφωνούσαν, θα προτείναμε κάτι απλό: Αν πράγματι το εννοούν (που ασφαλώς δεν το εννοούν..) ας αφήσουν μόνη της τη Δικαιοσύνη (όπως προτείνουν παγίως οι Ενώσεις των Δικαστών) να επιλέξει την ηγεσία της και στη συνέχεια ας επικυρώσουν ΧΩΡΙΣ καμία αλλαγή το αποτέλεσμα της εκλογής, με όποιον μανδύα επιθυμούν, είτε του casting, είτε του Υπουργικού Συμβουλίου, καμία σημασία δεν έχει. Έτσι, αφού δήθεν κόπτονται για τη «νομιμότητα», θα έχουν τηρήσει και τον τύπο αλλά και την ουσία. Τολμάνε;

ΓΙΑΝΝΗΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ

Δικηγόρος- Μ.Δ.Ε. Ποινικού Δικαίου

Εκπρόσωπος Τύπου Ε.ΛΑ.ΣΥΝ.

Απάντηση