Η ακροαριστερά των Δημοκρατικών επιχειρεί «Πολιτιστική Επανάσταση» στις ΗΠΑ: Θέλουν την «εξαφάνιση» του Τζον Γουέιν!

Zούμε σε πρωτοφανείς εποχές όπου κάποιοι οργανωμένα επιχειρούν το «rewritting history» (να ξαναγράψουν την Ιστορία) ξεκινώντας από την Αμερική, εξαφανίζοντας στρατηγούς, ηθοποιούς και ιστορικές προσωπικότητες επειδή πλέον δεν ταιριάζουν «στην πολιτικά ορθή εποχή μας»!

Έτσι στις ΗΠΑ η υστερία που έχει προκληθεί από την ακροαριστερά των Δημοκρατικών επιχειρεί να βεβηλώσει ακόμα και την καλλιτεχνική κληρονομία του μεγάλου Τζον Γούειν.

Ο Ντόναλντ Τραμπ προσέτρεξε χθες να υπερασπιστεί τον Τζον Γουέιν και αναγκάστηκε να το πράξει αυτό καθώς μέλη του Δημοκρατικού Κόμματος της Καλιφόρνια κατηγορούν τον εκλιπόντα ηθοποιό για ρατσιστικά σχόλια, ζητώντας την μετονομασία του τοπικού αεροδρομίου που φέρει το όνομα του.

Σύμβολο της παραδοσιακής Αμερικής, ο δημοφιλέστερος καουμπόι του αμερικάνικου κινηματογράφου, εξέφρασε «απόψεις υπέρ της ανωτερότητας των λευκών, κατά της ΛΟΑΤ κοινότητας και ενάντια των αυτοχθόνων», ανέφερε ψήφισμα που εγκρίθηκε την Παρασκευή το βράδυ από το Δημοκρατικό Κόμμα της κομητείας Όραντζ, νότια του Λος Άντζελες.

Το κόμμα αναφέρθηκε σε μια συνέντευξη που δημοσιεύθηκε το 1971 στο περιοδικό Playboy, όπου ο ηθοποιός δηλώνει: «Πιστεύω στην υπεροχή των λευκών» και «δεν αισθάνομαι ένοχος για το γεγονός ότι πριν από πέντε ή δέκα γενιές, αυτοί οι άνθρωποι ήταν σκλάβοι».

«Το Δημοκρατικό Κόμμα της κομητείας Όραντζ καταδικάζει τις ρατσιστικές και μισαλλόδοξεις δηλώσεις του Τζον Γουέιν και ζητεί να αφαιρεθεί το όνομα του Τζον Γουέιν από το αεροδρόμιο της κομητείας Όραντζ», ανέφερε το ψήφισμα.

Το αίτημα έρχεται σε μια περίοδο που πολλά ιστορικά αγάλματα και μνημεία δέχονται επιθέσεις και βανδαλισμούς επειδή πρόκειται για ιστορικές προσωπικότητες που σήμερα θα χαρακτηρίζονταν «ρατσιστές».

«Τώρα οι Δημοκρατικοί που δεν κάνουν τίποτα, θέλουν να αφαιρέσουν το όνομα του Τζον Γουέιν από ένα αεροδρόμιο», είπε σε tweet του ο πρόεδρος, αποκαλώντας την ιδέα «απίστευτη ηλιθιότητα».

Ο Τραμπ έχει δηλώσει «μεγάλος θαυμαστής» του Τζον Γουέιν (όπως και εκατομμύρια ανθρώπων στον πλανήτη). Είχε εμφανιστεί δίπλα στην κόρη του ηθοποιού, κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του 2016 στην Αϊόβα, τη γενέτειρά του Γουέιν. Η οικογένεια του Τζον Γουέιν, που έχει ένα άγαλμα στο αεροδρόμιο της κομητείας Όραντζ και ένα άλλο στο Μπέβερλι Χιλς, απέρριψε τις κατηγορίες ρατσισμού εναντίον του.

«Θα ήταν άδικο να κρίνουμε κάποιον βάσει μιας συνέντευξης που χρησιμοποιήθηκε εκτός πλαισίου», δήλωσε πέρσι ο γιος του Τζον Γουέιν, Ίθαν στο CNN. «Προσπαθούν να αμφισβητήσουν τον τρόπο που έζησε τη ζωή του, και ο τρόπος που έζησε τη ζωή του ήταν αυτός που ήταν», είπε.

Ο Τζον Γουέιν πέθανε το 1979 και πρωταγωνίστησε σε περισσότερες από 150 ταινίες. Ήταν υποψήφιος για πολλά Όσκαρ και έλαβε Όσκαρ Α’ Ανδρικού Ρόλου για την ταινία του 1969, «Αληθινό θράσος» (True Grit).

Η κατάσταση που έχει δημιουργήσει στις ΗΠΑ η Διεθνής Αριστερά είναι άκρως ανησυχητική διότι είναι σαφές πως επιχειρείται μια δομική αναδιάρθρωση όλων των κοινωνιών του πλανήτη και «εξαφάνιση» ιστορικών γεγονότων ακόμα και θρησκειών με την δικαιολογία πως δεν ταιριάζουν στη «Νέα Εποχή».

Για όσους δεν έχουν καταλάβει το έγκλημα που επιχειρείται, αυτό που συμβαίνει είναι κάτι σαν την περιβόητη «Πολιτιστική Επανάσταση» του Μάο Τσετούνγ στην Κίνα στα τέλη της δεκαετίας του ΄60 όταν εκατομμύρια άνθρωποι πέθαναν στα πλαίσια της «αναδιαπαιδαγώγησης» και καταστράφηκαν χιλιάδες ιστορικά μνημεία.

Η κατάσταση στις ΗΠΑ θυμίζει τον 9ετή πόλεμο στον «Θαυμαστό νέο κόσμο» του Άλντους Χάξλεϊ όπου όσοι αντιδρούσαν στη «νέα» κατάσταση εξολοθρεύονταν σε θαλάμους αερίων.

Έτσι και στο βιβλίου του Χάξλεϊ όλα τα μνημεία καταστράφηκαν για να είναι ευτιχισμένοι οι άνθρωποι χωρίς πάθη και μίση σε μια ελεγχόμενη «ευτυχισμένη κοινωνία» που τίποτα δεν θα χαλάει την «ζαχαρένια» τους.

Αυτό που συμβαίνει με τον Τζον Γουέιν σύντομα θα το εφαρμόσει κάποιος «μιμητής» και στην Ελλάδα όπου θα ζητηθεί από «γραφικούς» να διαγραφούν οι «χρυσές ταινίες» του ελληνικού Κινηματογράφου ως ραστσιστικές, ή ενάντια στα «νέα ήθη» ως παλαιοσυντηρητικές.

Θα ζητηθεί έπειτα και η διαγραφή ιστορικών προσωπικοτήτων, φιλοσόφων, ποιητών επειδή θα προσβάλονται κάποιοι…

Αυτά που συμβαίνουν στις ΗΠΑ μας αφορούν όλους…

H Μεγάλη Προλεταριακή Πολιτιστική Επανάσταση ή απλούστερα Πολιτιστική Επανάσταση (文化大革命) ήταν μια κοινωνικο-πολιτική κίνηση που έλαβε χώρα στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας από το 1966 έως το 1976. Την άρχισε ο γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας Μάο Τσετούνγκ, με στόχο να ενδυναμώσει τον κομμουνισμό στη χώρα με την άρση του καπιταλισμού, παραδοσιακών και πολιτιστικών στοιχείων την κινεζικής κοινωνίας και την επιβολή του Μαοϊσμού μέσα στο Κόμμα. Η επανάσταση σηματοδότησε την επιστροφή του Μάο Τσετούνγκ σε θέση εξουσίας μετά το Μεγάλο Άλμα προς τα Εμπρός.

Η επανάσταση ξεκίνησε το Μάιο του 1966. Ο Μάο ισχυρίστηκε ότι αστικά στοιχεία διείσδυσαν στην κυβέρνηση και την κοινωνία γενικότερα, με σκοπό την επαναφορά του καπιταλισμού. Επέμεινε ότι αυτοί οι «αναθεωρητές» πρέπει να απομακρυνθούν μέσω μιας βίαιης ταξικής πάλης. Η νεολαία της Κίνας απάντησε στην έκκληση του Μάο σχηματίζοντας ομάδες ερυθροφρουρών σε όλη τη χώρα.

Το κίνημα εξαπλώθηκε στο στρατό, τους εργαζόμενους στις πόλεις και την ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος. Αυτό οδήγησε σε μεγάλες διαμάχες σε όλα τα κοινωνικά στρώματα. Στην κορυφή της ηγεσίας, οδήγησε σε μια μαζική εκκαθάριση των ανωτέρων υπαλλήλων οι οποίοι είχαν κατηγορηθεί για τη λήψη ενός «καπιταλιστικού δρόμου», κυρίως του Λιου Σάο Σι και του Τενγκ Σιαοπίνγκ.

Ο Μάο κήρυξε επισήμως ότι η Πολιτιστική Επανάσταση τελείωσε το 1969, αλλά η ενεργή φάση του κράτησε μέχρι το θάνατο του στρατιωτικού ηγέτη Λιν Πιάο το 1971. Η πολιτική αστάθεια μεταξύ του 1971 και της σύλληψης της Συμμορίας των Τεσσάρων το 1976 θεωρείται σήμερα ευρέως ως μέρος της Επανάστασης. Μετά το θάνατο του Μάο το 1976, μεταρρυθμιστές με επικεφαλής τον Τενγκ Σιαοπίνγκ απέκτησαν εξέχουσα θέση. Οι περισσότερες από τις μεταρρυθμίσεις που συνδέθηκαν με τη μαοϊκή Πολιτιστική Επανάσταση είχαν εγκαταλειφθεί μέχρι το 1978.

Στις 18 Απριλίου του 1966 ένα ασυνήθιστο άρθρο εμφανίστηκε στην Ημερησία του Απελευθερωτικού Στρατού της Κίνας: απαιτούσε την έναρξη μιας “Πολιτιστικής Επανάστασης”. Οι Δυτικοί, που είχαν ήδη διαπιστώσει έντονα σημάδια πολιτικής διαπάλης στους κόλπους του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας, προσπαθούσαν να καταλάβουν τι σήμαινε αυτό.

Άλλωστε από τον Οκτώβριο του 1965, έπειτα από συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής του Κ.Κ. Κίνας, κατά τη διάρκεια της οποίας οι θέσεις του Μάο Τσετούνγκ απορρίφθηκαν, ο Κινέζος ηγέτης είχε καταγγείλει ότι “Η Κεντρική Επιτροπή παραδόθηκε στον ρεβιζιονισμό”, εγκατέλειψε το Πεκίνο, όπου ο κομματικός μηχανισμός ήταν υπό τον έλεγχο των αντιπάλων του, και εγκαταστάθηκε στη Σαγκάη. Από εκεί, ανασυντάσσοντας τις δυνάμεις του και σφυρηλατώντας τη συμμαχία του με τον υπουργό Άμυνας στρατάρχη Λιν Πιάο, εξαπέλυσε και την πρώτη φραστική μετωπική του επίθεση εναντίον της κομματικής ηγεσίας της πρωτεύουσας, το Νοέμβριο του 1965.

Από τη Σαγκάη ο Μάο προετοίμασε τη “Μεγάλη Προλεταριακή Πολιτιστική Επανάσταση”. Στις 4 Μαΐου του 1966 μαζεύτηκαν στο Πεκίνο τα κορυφαία στελέχη του Κ.Κ. Κίνας για να πάρουν μέρος σε “διευρυμένη συνεδρίαση του Πολιτικού Γραφείου” του κόμματος. Ο Μάο, η σύζυγός του Τσιανγκ Σινγκ και ο Λιν Πιάο μορφοποίησαν τους ιδεολογικοπολιτικούς στόχους της “Μεγάλης Προλεταριακής Πολιτιστικής Επανάστασης”. Η καθοριστικής σημασίας συνεδρίαση διήρκεσε, με διαλείμματα, σχεδόν ως τα τέλη Μαΐου και η λήξη της ταυτίστηκε με την έναρξη κύματος εσωκομματικών εκκαθαρίσεων.

Στην εξαπόλυση της Πολιτιστικής Επανάστασης ο Μάο ήταν αποφασισμένος να στηριχτεί στη νεολαία και στο στρατό, χρησιμοποιώντας τους ως μοχλούς για να δημιουργήσει ένα τεράστιο κίνημα μαζών υπό την ηγεσία του. Στις 7 Μαΐου εκχωρήθηκαν στο στρατό ευρύτατες αρμοδιότητες σε θέματα κουλτούρας και εκπαίδευσης, καθώς αυτός αναγορεύτηκε σε “μεγάλο σχολείο του λαού”.

Οι θρυλικοί “ερυθροφρουροί” -όρος που πρωτοχρησιμοποιήθηκε στην επαναστατημένη Ρωσία το 1917 για να χαρακτηρίσει το ένοπλο προλεταριάτο που συμμετείχε στη Ρωσική Επανάσταση- εμφανίστηκαν στην Κίνα σε ένα γυμνάσιο του Πεκίνου, στα τέλη της άνοιξης.

Στις 28 Μαΐου του 1966 ο Μάο πέτυχε να επιβάλει την ίδρυση της “Ομάδας για την Πολιτιστική Επανάσταση παρά τη Κεντρική Επιτροπή”, η οποία ομάδα κατέλυε ντε φάκτο τόσο την Κεντρική Επιτροπή όσο και το Πολιτικό Γραφείο του Κ.Κ. Κίνας, μεταβάλλοντας έτσι ριζικά τους εσωκομματικούς συσχετισμούς δυνάμεων. Ενισχυμένος από την εξέλιξη αυτή, ο Μάο προχώρησε αμέσως στην επίθεση, έχοντας εξασφαλίσει την απρόθυμη συμμαχία και του πολύ μετριοπαθέστερου πρωθυπουργού Τσου Εν Λάι.

Στις 3 Ιουνίου, ο πρώτος γραμματέας της κομματικής οργάνωσης του Πεκίνου και δήμαρχος της πρωτεύουσας, Πενγκ Τσεν, και ολόκληρη η ηγεσία της καθαιρούνται και “ομάδες εργασίας” του κόμματος στέλνονται στις επαρχίες, με εντολή να εκκαθαρίσουν τις κατά τόπους κομματικές ηγεσίες, τον Τύπο και τα πανεπιστήμια από τους “ρεβιζιονιστές”.

Στην είδηση της πτώσης του Πενγκ Τσεν τεράστιες διαδηλώσεις οργανώθηκαν στο Πεκίνο, τα μαθήματα στο πανεπιστήμιο διακόπηκαν και καθηγητές διαπομπεύτηκαν στους δρόμους φορώντας πινακίδες με την επιγραφή “Είμαι διανοούμενος, εχθρός του κόμματος”.

Στο σημείο αυτό έκανε και την εμφάνισή του ένα από τα πλέον ορατά σύμβολα της Πολιτιστικής Επανάστασης: η εφημερίδα τοίχου. Οι Κινέζοι, ερυθροφρουροί και μη, ενθαρρύνθηκαν επισήμως να εκφράσουν τις απόψεις τους με την “αφίσα με μεγάλους χαρακτήρες”, όπως αποκαλείτο επισήμως. Το αποτέλεσμα ήταν απρόσμενο. Οι εφημερίδες τοίχου εξελίχθηκαν ταχύτατα σε πραγματικό ναό της ελευθερίας έκφρασης καθώς στον ίδιο τοίχο εμφανίζονταν αφίσες υπέρ αλλά και κατά των ιδίων κομματικών στελεχών, ενίοτε δε, μέχρι και κατά του Μάο.

Ο στρατάρχης Λιν Πιάο

Στις 13 Ιουνίου τα σχολεία έκλεισαν επ’ αόριστον για να ενθαρρυνθεί η μαζική προσχώρηση των μαθητών στους ερυθροφρουρούς, οι οποίοι στα μέσα του έτους αποτελούσαν πλέον περίπου το 40% του μαθηματικού και φοιτητικού πληθυσμού.

Ο ίδιος ο Μάο πυροδότησε την εξάπλωση των ερυθροφρουρών όταν, στις 18 Αυγούστου, δέχθηκε μία ομάδα και φόρεσε δημοσίως το κόκκινο περιβραχιόνιό τους μπροστά σε ένα πλήθος που πιστεύεται ότι υπερέβαινε το ένα εκατομμύριο. Κύριος ομιλητής δεν ήταν ο ίδιος αλλά ο Λιν Πιάο, ο στενότερος σύμμαχός του και δεύτερος πλέον στην ιεραρχία του κινεζικού καθεστώτος.

Τα μέλη των ερυθροφρουρών προέρχονταν αυστηρά από τις πέντε “αγνές τάξεις” (εργάτες, αγρότες, στρατιώτες, κομματικά στελέχη και “μάρτυρες της επανάστασης”) αλλά και από την “αστική τάξη” εφ’ όσον αποδείκνυαν ότι την είχαν απαρνηθεί. Εκείνοι που απορρίπτονταν εντάσσονταν στους “επαναστάτες φοιτητές” και έχαιραν των ιδίων προνομίων, αν και δεν μπορούσαν να φέρουν το κόκκινο περιβραχιόνιο.

Σκοπός τους ήταν να πατάξουν τα “τέσσερα παλαιά”: τις παλιές ιδέες, τον παλαιό πολιτισμό, τις παλαιές συνήθειες και τις παλαιές παραδόσεις. Στο πλαίσιο αυτό ακριβώς μεγάλη έμφαση δόθηκε στην πλήρη αναδιοργάνωση της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, αν και σε κάθε περίπτωση οι αποφάσεις συνοδεύονταν από το “εν ευθέτω χρόνω”. Τα πανεπιστήμια όφειλαν να “αποτινάξουν τον πολιτισμικό ζυγό των αστών διανοουμένων” και να ανοίξουν τις πύλες τους στους “επαναστάτες γιους των εργατών, αγροτών και στρατιωτών”.

Στις θεωρητικές επιστήμες, κύρια εργαλεία θα ήταν τα έργα του Μάο και κύριο αντικείμενο μελέτης η πάλη των τάξεων. Το κυριότερο δε, η ακαδημαϊκή παιδεία έπρεπε να αναμιχθεί σε ίσες δόσεις με προσωπική εργασία στους αγρούς και τα εργοστάσια. Το τελικό σύνθημα για την ολομέτωπη επέλαση της Πολιτιστικής Επανάστασης δόθηκε στη συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής του Κ.Κ. Κίνας, η οποία συνήλθε από την 1η ως τις 12 Αυγούστου στο Πεκίνο. Στις 8 Αυγούστου η Κεντρική Επιτροπή υιοθέτησε ένα πρόγραμμα 16 σημείων που πρότεινε ο Μάο για την πραγματοποίηση της Πολιτιστικής Επανάστασης, το οποίο συμπεριλάμβανε και πρόσκληση προς τους σπουδαστές να συμμετάσχουν ενεργά στις επαναστατικές εξελίξεις.

Έτσι, αμέσως μετά τη μεγάλη διαδήλωση της 18ης Αυγούστου οι νεαροί ερυθροφρουροί ξεχύθηκαν στους δρόμους του Πεκίνου και όλων των μεγάλων πόλεων με το “Κόκκινο Βιβλιαράκι” ανά χείρας για να ξεριζώσουν “όλα τα έθιμα που είναι αστικά” ή υποθάλπουν τον “σοβιετικό ρεβιζιονισμό” ή τη θρησκεία.

Στους κουρείς απαγορεύτηκε να κόβουν τα μαλλιά των πελατών τους κατά τον δυτικό τρόπο και στους καταστηματάρχες να πωλούν δυτικά ρούχα. Όσοι είχαν μακριά μαλλιά υποχρεώνονταν να κουρευτούν και όσοι φορούσαν στενά παντελόνια να τα σκίσουν, ενώ οι γυναίκες που είχαν κάνει περμανάντ υποχρεώθηκαν να ισιώσουν εκ νέου την κόμη τους. Η πώληση οινοπνευματωδών ποτών, ειδών καπνιστού, αρωμάτων και καλλυντικών απαγορεύονταν αυστηρά, όπως αυστηρά απαγορεύτηκαν το μασάζ, το μανικιούρ και το πεντικιούρ. Οι πάσης φύσεως αντίκες (ανήκαν άλλωστε στο φεουδαρχικό παρελθόν) τέθηκαν εκτός νόμου, ενώ τα γραφεία φιλοτελισμού και τα ανθοπωλεία έκλεισαν, καθώς η διακόσμηση των σπιτιών με άνθη και η συλλογή γραμματοσήμων ήταν “αστικές συνήθειες”.

Στα βιβλιοπωλεία, τα βιβλία με περιεχόμενο πολιτικό ή λογοτεχνικό παραχώρησαν τη θέση τους στις συλλογές κειμένων του Μάο, ενώ ανακοινώθηκε οτι κάθε έργο που δεν συμβαδίζει με “τη σκέψη του Μάο Τσετούνγκ” θα πρέπει να καεί.

Η πώληση έργων τέχνης που δεν απεικόνιζαν τον Μάο απαγορευόταν αυστηρά, τα ταξί, τα ιδιωτικά αυτοκίνητα και η πρώτη θέση στα τρένα κηρύχθηκαν επίσης καταδικαστέες αστικές συνήθειες, ενώ οι επιβάτες των τρίτροχων ποδήλατων αμαξιδίων, που αποτελούσαν την κλασική κινεζική μέθοδο μετακίνησης, υποχρεώνονταν να παραχωρήσουν τη θέση τους στους οδηγούς και να τους σύρουν οι ίδιοι. Στα φανάρια της τροχαίας, οι κανόνες ανατράπηκαν με το πράσινο να σηματοδοτεί τη στάση και το κόκκινο την κίνηση, ενώ τα νεαρά ζευγάρια που κάθονταν στα πάρκα της πρωτεύουσας καταδιώκονταν όταν “έκαναν πράγματα που καίνε τα μάτια” ή όταν “ξενυχτούν συντάσσοντας ερωτικές επιστολές”.

Το επίσημο κινεζικό πρακτορείο ειδήσεων Σιν Χουά (Νέα Κίνα) ανακοίνωσε ότι “οι ξένες κλασικές μορφές τέχνης, όπως το μπαλέτο, η συμφωνική μουσική και η γλυπτική έχουν υποβληθεί σε επαναστατικό μετασχηματισμό”.

Ο κινεζικός Τύπος ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι “οι ιδέες του Σαίξπηρ εντάσσονται στην ιδεολογία των εκμεταλλευτριών τάξεων και δεν μπορούμε να επιτρέψουμε τη διάδοσή τους”. Η Άννα Καρένινα του Λέοντα Τολστόι “έχει ρεβιζιονιστική οπτική”. Οι ιδέες του Ονορέ ντε Μπαλζάκ ήταν “γελοίες και λανθασμένες”.

Η κλασική μουσική “παραλύει την επαναστατική διάθεση”, η Ενάτη Συμφωνία του Λούντβιχ βαν Μπετόβεν είναι “διαποτισμένη με αστικό, ανθρωπιστικό έρωτα”, ενώ η Κάρμεν του Ζωρζ Μπιζέ αποτελούσε προσπάθεια “διάδοσης της λατρείας του σεξ και του ατομικισμού”. Το μπαλέτο, τέλος, “δίνει στη νεολαία κακές ιδέες”, η δε Ζιζέλ “θεμελιώνεται πλήρως και απόλυτα στην ιδεολογία της κυρίαρχης τάξης”.

Πολύ γρήγορα οι ερυθροφρουροί παρεκτράπηκαν από τον επαναστατικό ζήλο στην επαναστατική βία. Ομάδες εφήβων εισέβαλαν σε ιδιωτικές κατοικίες και πετούσαν στο δρόμο “αστικά” αντικείμενα, όπως κοσμήματα και δυτικού τύπου ρούχα, ενώ πολλοί πολίτες υπέστησαν δημόσιους ξυλοδαρμούς με σχοινιά, άλλοι υποβλήθηκαν σε ξύρισμα του κρανίου τους ή διαπομπεύτηκαν στους δρόμους φορώντας μεγάλα κωνικά καπέλλα και πλακάτ στα οποία κατήγγειλαν οι ίδιοι τους εαυτούς τους. Γιατροί και νοσοκόμοι υποχρεώθηκαν να φορέσουν επιγραφές στις οποίες έγραφαν οι ίδιοι “Αντιδραστικός διανοούμενος” και “Σκυλάκι της μπουρζουαζίας”.

Τα μουσεία αποτελούσαν κατ’ εξοχήν στόχο των εφήβων επαναστατών, καθώς φιλοξενούσαν κειμήλια του φεουδαρχικού και αστικού καθεστώτος που εκείνοι σκόπευαν να σβήσουν. Οι επιθέσεις τους ωστόσο δεν είχαν αποτέλεσμα λόγω της φρούρησης των κτιρίων από το στρατό.

Τα πρόσωπα του Βούδα καταστράφηκαν κατά τη διάρκεια της Πολιτιστικής Επανάστασης.

Οι ερυθροφρουροί διαδήλωναν νυχθημερόν έξω από την (αυστηρά φυλασσόμενη από στρατό και αστυνομία) σοβιετική πρεσβεία, κρατώντας φωτογραφίες του Μάο και του Ιωσήφ Στάλιν, και μετονόμασαν το δρόμο της πρεσβείας σε “Οδό Πάλης Ενάντια στο Ρεβιζιονισμό”.

Στις 20 Αυγούστου οι ερυθροφρουροί απαγόρευσαν σε Σοβιετικό διπλωμάτη να βγει από την πρεσβεία, προκαλώντας διπλωματικό επεισόδιο, στο οποίο οι ερυθροφρουροί απάντησαν με ακόμα μαζικότερες διαδηλώσεις. Ταυτόχρονα στράφηκαν κατά κάθε είδους θρησκείας. Στο Πεκίνο και αλλού αναφέρθηκαν το καλοκαίρι του 1966 και οι πρώτες δημόσιες δίκες και εκτελέσεις “αντεπαναστατικών στοιχείων” από τους ερυθροφρουρούς.

Τον Ιανουάριο του 1967, οι ίδιοι καυχιόντουσαν ότι τους μήνες Αύγουστο και Σεπτέμβριο του 1966 εξόρισαν 400.000 “αντιδραστικούς” και “πρώην γαιοκτήμονες” από τις πόλεις, συνέλαβαν 16.000 άτομα και ανακάλυψαν 40 τόννους χρυσού και όπλων. Η Λαϊκή Ημερησία του Πεκίνου επαίνεσε το “προλεταριακό, επαναστατικό και εξεγερτικό” πνεύμα των μαζών και υπογράμμισε: “Δεκάδες χιλιάδες Ερυθροφρουροί άρπαξαν τη σιδερένια σκούπα και μέσα σε λίγες μέρες σάρωσαν πολλά ονόματα, συνήθειες και ήθη που εκπροσωπούν την ιδεολογία της τάξης των εκμεταλλευτών. Αυτό αποτελεί επαναστατική πράξη που καταστρέφει το παλιό και οικοδομεί το καινούργιο”.

Στις 3 Νοεμβρίου του 1966 ο Λιν Πιάο περιέγραψε την κατάσταση ως “εκτεταμένη δημοκρατία υπό τη δικτατορία του προλεταριάτου. Το κόμμα επιτρέπει άφοβα στις μάζες να εκφράζουν τις απόψεις τους, να τοιχοκολλούν τις αφίσες τους, να συζητούν σημαντικά ζητήματα δημοσίως καθώς και να κρίνουν και να επιτηρούν τους ηγετικούς θεσμούς του κόμματος και την κυβέρνηση και τους ηγέτες σε όλα τα επίπεδα”.

Ταυτόχρονα, εντάθηκε η προσωπολατρία του Μάο, ο οποίος αποκαλείτο πλέον “η μεγαλύτερη μεγαλοφυΐα του καιρού μας” και, για πρώτη φορά, “ο ηγέτης του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος και των επαναστατών ανταρτών όλου του κόσμου”, η δε “σκέψη” του, “η μεγαλύτερη αλήθεια που έχει γνωρίσει η ανθρωπότητα από καταβολής κόσμου”, καθώς, όπως ήταν σαφές από τους προπαγανδιστές, είχε ως πεδίο εφαρμογής όλες τις ανθρώπινες δραστηριότητες, από τη χειρουργική μέχρι το πινγκ πονγκ.

Δυστυχώς στις ΗΠΑ ζούμε μια νέα «Πολιτιστική Επανάσταση» και μια νέα προσπάθεια κυριαρχίας του Μαοϊσμού σε παγκόσμιο επίπεδο.

Δεν είναι δυνατόν προσωπικότητες του παρελθόντος να κρίνονται στην σημερινή ημέρα εκτός του ιστορικοκοινωνικού πλαισίου στο οποία έζησαν. Ο Τζον Γουέιν σήμερα ή ο Κλίντ Ίστγουντ αύριο δεν μπορούν να κριθούν με βάση τις σημερινές προκαταλήψεις. Μεγάλωσαν και θριάμβευσαν σε άλλες εποχές.

Δεν μπορεί να «σβήσει» το μεγαλείο του Στρατηγού Λη επειδή πολέμησε υπέρ της Συνομοσπονδίας στον αμερικανικό εμφύλιο πόλεμο.

Ακόμα και στην Ρωσία αποδέχτηκαν το σκοτεινό σοβιετικό παρελθόν και το τιμούν ως κομμάτι της Ιστορίας τους, γιατί έτσι είναι. Όταν κόβεις κομμάτια του παρελθόντος σου δεν είσαι πια εσύ…

Απάντηση