Η ΑΡΕΤΗ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥ ΑΚΡΙΒΗ ΑΡΧΟΝΤΙΑ

Όσο ο άνθρωπος μεγαλώνει, όσο ξυπνά και ωριμάζει μέσα του η συνείδηση, τόσο δυσχεραίνεται η ζωή του, από περιπλοκές εσωτερικές που τον φέρνουν σε αδιέξοδο. Μία από τις πολλές είναι το πρόβλημα της Πνευματικής του Ελευθερίας. Μπορεί τάχα και πρέπει ο άνθρωπος να είναι πνευματικά ελεύθερος, όταν ο ίδιος για να διασφαλίσει τα στοιχειώδη αγαθά της ζωής κατασκευάζει και αναδέχεται τόσους περιορισμούς; Από την στιγμή που αναγκάζεται να ζήσει μαζί με τους ομοίους του και για να προστατευθεί καλύτερα μετατρέπει (με την θέληση του ή όχι) την συμβιωτική ομάδα σε «κοινότητα δικαίου», δηλαδή περνάει από ένα φυσικό σε ένα «Πολιτικό Καθεστώς», τα δεσμά του έχουν κιόλας χαλκευτεί.

  Οφείλει να σκέπτεται, να αισθάνεται και να πράττει σύμφωνα με ρητούς ή άγραφους νόμους που εγκαίρως διηθούνται και πηγάζουν μέσα από τον εθισμό και την «παιδεία» (ακόμη και με τον εκφοβισμό) υπό την μορφή «καθιερωμένων» ιδεών και εντολών. Η διαμόρφωση όλης αυτής της καταστάσεως (με τι είδους Παιδεία έχει ανατραφεί και πως αυτή έχει επιβληθεί από το κοινωνικοπολιτικό κατεστημένο) δημιουργεί έναν κλοιό που δεν είναι καθόλου εύκολο να βγει από αυτόν. Και μόνο να επιχειρήσει να αντιταχθεί σε αυτήν την ήδη διαμορφωμένη κατάσταση κινδυνεύει. Όχι μόνο να δεχτεί σκληρές κυρώσεις από την «Οργανωμένη Κοινότητα», που δεν ανέχεται τις «ανταρσίες», αλλά και να ελεχθεί από την ίδια  την συνείδηση του: Έχει το δικαίωμα να διεκδικήσει μια Ελευθερία που μπορεί να γίνει σοβαρή απειλή για την ενότητα και την ησυχία της «Πολιτικής Κοινότητας», μέσα στην οποία και αυτός και οι δικοί του απολαβαίνουν «ανενόχλητοι» τα αγαθά της ζωής; Αλλά πάλι πώς να δεσμεύσει το Πνεύμα του, πώς να μην του επιτρέψει να διαλαλήσει την Αλήθεια, η οποία καταφανέστατα είναι η Επικρατούσα, αλλά έρχεται σε αντίθεση με «Καθιερωμένα δόγματα» και Μέτρα; Έως ποιο σημείο είναι ανεκτή η δουλεία στην «Ομάδα-Κοινότητα –Κοινωνία», δηλαδή η παραδοχή της «Σκοπιμότητας», του «κοινού συμφέροντος»; Επιτρέπεται να θυσιάζεται σε αυτήν την σκοπιμότητα το Τιμιώτερον η Αλήθεια;

  Ο στρατηγός προστάζεται από τον «νόμο του Πολιτικού Καθεστώτος» να υπακούσει στα κελεύσματα του, όμως παράλληλα προστάζεται και από τον Στρατιωτικό νόμο του Πολέμου, να τιμωρήσει τον λιποτάκτη. Ο Δικαστής προστάζεται από το «ισχύον Δίκαιο», που το ίδιο το Πολιτικό Καθεστώς έχει δημιουργήσει, να φυλακίσει ως δολοφόνο τον Ιατρό που βοήθησε έναν σπαραζόμενο από πόνους ετοιμοθάνατο να πεθάνει. Ο κυβερνήτης της Πολιτείας προστάζεται από το «κοινό έθος» να διώξει από τα εργαστήρια του κράτους τον Επιστήμονα που θεωρεί τα ευρήματα του επικίνδυνα για την ανθρωπότητα και δεν τα αποκαλύπτει. Θα υπακούσουν; Εάν δεν είναι  βέβαιοι ότι η πράξη τους έχει αναμφισβήτητη ηθική αξία, εάν δεν μπορούν αδίσταχτα να καταδικάσουν την εκτροπή που κρίνουν, πώς θα φιμώσουν την συνείδηση τους και θα γίνουν όργανα εκτελεστικά ενός νόμου, που δέχονται την σκοπιμότητα του, αλλά δεν αναγνωρίζουν το κύρος του; Πώς παράδειγμα να καταδικάσεις έναν ένοχο, όταν τα ελατήρια του είναι τόσο αγνά και οι ιδέες του τόσο ευγενέστερες από τα φρονήματα και τις σκοπιμότητες των κριτών του;  Αλλά και πώς να τον αθωώσει αφού οι «Νόμοι του Πολιτικού Καθεστώτος» καθώς και η διαμορφωθείσα κοινή γνώμη άγεται και φέρεται από Πολιτικές σκοπιμότητες, με αποτέλεσμα να κρίνεται η «θέση του Δημόσιου Λειτουργού»;

   Το πρόβλημα όμως έχει πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις, όταν το δράμα που παίζεται μέσα στην συνείδηση φτάσει στο αδιέξοδο και άλλη λύση δεν υπάρχει παρά το έγκλημα ή επιορκία. Καλά θα ήταν (πράγμα αδύνατον γιατί η Συνείδηση δεν μπορεί να χωρίζεται σε περιοχές οπού στην μία αναγνωρίζεται ότι το Πολιτικό Καθεστώς σφάλει και στην άλλη να αναγνωρίζεται μια νόμιμη αυθυπαρξία) να μπορεί ο στρατηγός, ο κυβερνήτης, ο δικαστής για παράδειγμα να πει: ως «Δημόσιος Λειτουργός» είμαι υποχρεωμένος να τιμωρήσω τον «ένοχο», και θα το κάνω. Αλλά με βάση την  συνείδηση και το πνεύμα μου, αποδοκιμάζω την πράξη αυτή καθεαυτή και καθήκον μου κρίνω να ενημερώσω και δημοσιεύσω παράδειγμα μια διατριβή ή ένα δημοσίευμα, για να αποδείξω ότι η καταδίκη αυτή ήταν απαράδεχτη και πρέπει να γίνει μεταρρύθμιση του «Ισχύοντος Δικαίου», ή τουβ «Κρατούντος έθους» για να μην επαναληφθεί στο μέλλον!! Αυτή η συμπεριφορά μας δείχνει μια «ψευτοεντιμότητα» του Δημοσίου Λειτουργού που αποβλέπει σε προσωπική ανέλιξη, φοβούμενος τις ενδεχόμενες κυρώσεις του «Πολιτικού Καθεστώτος» και ταυτόχρονα μια ΔΕΙΛΙΑ.

  Όταν αναγνωρίζεις ότι μια πράξη-απόφαση είναι ηθικά και ουσιαστικά απαράδεχτη, έχεις την υποχρέωση όχι απλώς να εκθέσεις και θεωρητικά να θεμελιώσεις την γνώμη σου, αλλά να ενεργήσεις με όλες σου τις δυνάμεις, ακόμη και με την θυσία Αξιωμάτων, συμφερόντων, της ίδιας της ζωής σου, να μην αποφασιστεί και να μην εκτελεστεί. Δικαιολογημένα λοιπόν δίνεις την εντύπωση ότι διχοτομείς τη ΒΟΥΛΗΣH σου, όχι επειδή ειλικρινά επιθυμείς το κακό που έχεις πράξει με το ένα χέρι να το επανορθώσεις με το άλλο, αλλά επειδή σου λείπει το ΘΑΡΡΟΣ να προχωρήσεις στο σωστό δρόμο και να φτάσεις έως την άκρη του: Να διακηρύξεις δηλαδή ότι ο κρινόμενος ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΝΟΧΟΣ, και στην ανάγκη να καθίσεις στο εδώλιο μαζί του!!

Η ΑΡΕΤΗ ΚΑΙ Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΘΟΛΟΥ ΦΤΗΝΗ ΑΡΧΟΝΤΙΑ – ΑΓΟΡΑΖΕΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΑΙΜΑ ΜΑΣ.

Ιωάννης Παντελαίος

Πτυχιούχος ΚΦΑ Γυμναστής – Προπονητής ΑΤΛΑΝΤΑΣ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ ΤΡΙΑΘΛΟΥ

Μέλος Συντονιστικού Συμβουλίου Ε.ΛΑ.ΣΥΝ.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here