Αναζητώντας το νόημα του 1821 – Β’

Ιστορική και Γεωπολιτική Διάσταση της Εθνεγερσίας

Έπειτα, από τετρακοσίων ετών δουλεία υπό τους Τούρκους, εσήμανε κατά το έτος 1821 το σάλπισμα της Ελευθερίας, από του ενός άκρου της υποδούλου Ελλάδος στο άλλο. Η δαιμόνια «Φιλική Εταιρία» είχε προετοιμάσει μυστηριωδώς την τιτάνια εξέγερση των Ελλήνων. Η Ελληνική ψυχή εδονείτο από ενθουσιασμό γιά την μεγάλην ώρα της Αναστάσεως του Γένους. Οι απανταχού Έλληνες ήσαν έτοιμοι γιά τον υπέρ πάντων Αγώνα. Όταν ο Αρχιεπίσχοπος Πατρών Γερμανός, ύψωσε την Σημαία της Επαναστάσεως στα Καλάβρυτα, εξηγέρθησαν ταυτοχρόνως στην Πελοπόννησο οι αρχηγοί του Αγώνος επί κεφαλής των μαχητών. Το δε παράδειγμά τους για αποτίναξη του ζυγού της δουλείας δεν εβράδυναν να ακολουθήσουν και οι αρχηγοί της Επαναστάσεως των Αθηνών, της  συνόλου Στερεάς και των Νήσων.

Ο κύβος ερρίφθη και ολόκληρος ο Ελληνισμός ευρέθη πλέον «επί ποδός πολέμου». Το σύνθημα και ο όρκος των αγωνιστών είναι αποκαλυπτικό της θεοπνεύστου αυτοθυσιαστικής τους δράσεως : «Ελευθερία η Θάνατος !». Οι στρατιωτικές  νίκες διεδέχοντο η μία την άλλη στην ξηρά και στην θάλασσα. Τα οχυρά και τα φρούρια του τυράννου περιήρχοντο εις χείρας των ηρώων της Επαναστάσεως. Τα τουρκικά στρατεύματα, προ της γενναιότητος και της ορμής των επαναστατημένων Ελλήνων, απεσύροντο ταχέως προς την ΄Αρτα, την Θεσσαλονίκη, την Εύβοια και όπου αλλού ημπορούσαν να εύρουν …. άσυλο, για να αποφύγουν τις θυελλώδεις επιθέσεις των ανδρείων πολεμιστών προγόνων μας.

Η αιμοδιψής μανία του Σουλτάνου Μαχμούτ στην Κωνσταντινούπολη εξεδηλώθη με μια σειρά φρικαλέων κτηνωδών αντεκδικήσεων, εναντίον οιουδήποτε  Έλληνος προκρίτου. Οι πλείστοι εξ αυτών εφυλακίσθησαν και υπεβλήθησαν σε εξευτελισμούς και βασανιστήρια. Επηκολούθησαν λεηλασίες, καταστροφές και ανήκουστα ανοσιουργήματα παρά του τερατώδους τουρκικού όχλου σε βάρος των δυστύχων Ελλήνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Η χρονική στιγμή όπου εξέσπασεν η Πανεθνική Επανάσταση του 1821 ήταν εξαιρετικά κατάλληλη και ιδιαιτέρως πρόσφορης από την άποψη ότι η οθωμανική αυτοκρατορία είχε ήδη αρχίσει να παρουσιάζει έντονα σημάδια «ιστορικής κοπώσεως» και προϊούσης παρακμής, αλλά συνάμα ήταν παράταιρη και δυσχερής λόγω της «Ιεράς Συμμαχίας». Μιας συμμαχίας η οποία είχε υπογραφεί μεταξύ των νικητριών μεγάλων δυνάμεων μετά το τέλος των ναπολεοντείων πολέμων και καθιστούσε απαγορευτική την αλλαγή συνόρων και την οποιαδήποτε εν γένει μεταβολή της υφισταμένης γεωπολιτικής ισορροπίας.

Αυτή η ιστορική, αρχικώς μυστική, τριμερής συνθήκη, που συνήφθη μετά την ήττα του Ναπολέοντος μεταξύ των Αυτοκρατόρων Αλεξάνδρου Α΄ της Ρωσίας, Φραγκίσκου Α’ της Αυστρίας και του Βασιλέως Φρειδερίκου Γουλιέλμου Γ΄ της Πρωσίας, (οι οποίοι ήσαν οι νικητές των ναπολεοντείων πολέμων) την οποία συνομολόγησαν και υπέγραψαν αυτοπροσώπως, στο Παρίσι στις 14/26 Σεπτεμβρίου (νέο ημερολόγιο) του 1815, δηλαδή περίπου τρεις μήνες μετά την λήξη του περιβόητου «Συνεδρίου της Βιέννης» (Ιούνιος 1815). Το ίδιο έτος στην συμμαχία αυτήν προσεχώρησε και η θαλασσοκράτειρα Αγγλία, ενώ με την επιμέρους συνθήκη λεγομένη « Συνέδριο Αιξ λα Σαπέλ» του 1818 προσεχώρησε και η Γαλλία. Στο επακολουθήσαν Συνέδριον του Λάϊμπαχ (26 Ιανουαρίου – 12 Μαΐου 1821) η Συμμαχία εν τέλει εκήρυξε ουδετερότητα απέναντι στην Ελληνική Επανάσταση, ενώ σε όλες τις άλλες επαναστάσεις (Νεαπόλεως και Πεδεμοντίου στην Ιταλία) έλαβε σαφή καταδικαστική θέση, μάλιστα δε έστειλε στρατεύματα για να τις καταπνίξει.

Έτσι η τελική επιτυχής έκβαση της Επαναστάσέως (επιτυχής τουλάχιστον ως προς την εκδίωξη των Τούρκων) οφείλεται αναμφισβήτητα στην απαράμιλλη  γενναιότητα των ηρωικών αγωνιστών της, όμως έπαιξαν καθοριστικό ρόλο και κάποιες σημαντικές ευνοϊκές ιστορικές συγκυρίες.

Πρώτη συγκυρία είναι η συντριπτική ήττα της οθωμανικής αυτοκρατορίας, που είχε προηγηθεί κατά τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1768-1774, ο οποίος έληξε με την υπογραφή της περιβόητης «Συνθήκης του Κιουτσούκ Καϊναρτζή» το 1774. Με τη συνθήκη αυτή η Ρωσία διαμόρφωσε την διπλωματική βάση για περαιτέρω επέμβαση στα εσωτερικά της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η συνθήκη συντάχθηκε και υπογράφηκε μέσα σε 6 ημέρες (!) και περιλαμβάνει 28 φανερά και 2 μυστικά άρθρα.

Μεταξύ των άλλων προέβλεπε και νομική κατοχύρωση του δικαιώματος χρήσης της ρωσικής σημαίας όπως και η ναυπήγηση πλοίων μεγάλου εκτοπίσματος από Έλληνες πλοιοκτήτες, οι οποίοι εφεξής πλήρωναν ένα στοιχειώδες τέλος επιτηδεύματος στον διοικητή της Οδησσού, (το οποίο άφηνε μεγάλα περιθώρια κέρδους σε αυτούς), καθώς επίσης και το δικαίωμα ναυπηγήσεως πλοίων μεγάλου εκτοπίσματος. Υπό το καθεστώς αυτό, ο εμπορικός στόλος των Ελλήνων πλοιοκτητών αναπτύχθηκε θεαματικά και κατέστη δυνατή τόσον η χρηματοδότηση της Επανάστασης, όσο και η απόκτηση κάποιας θεμελιώδους δυνατότητος για ναυτικές πολεμικές επιχειρήσεις με την κατάλληλη μετατροπή εμπορικών πλοίων σε πολεμικά.

Με τον τρόπον αυτόν η Ρωσία ηύξανε τον έλεγχο και την παρουσία της στο Αιγαίο και στη Μεσόγειο και συντελούσε ουσιαστικά στην έμμεση χρηματοδότηση της ελληνικής εξέγερσης, δημιουργώντας προϋποθέσεις αυξημένης επιρροής στο πιθανό μελλοντικό ελληνικό κράτος, χωρίς να μπορεί να κατηγορηθεί από την «Ιερά Συμμαχία» ότι υποδαυλίζει επαναστάσεις και αλλαγές συνόρων ή ότι παραβιάζει τα συμφωνηθέντα με τις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις.

Βεβαίως ο Ελληνισμός επλήρωσε πολύ ακριβό τίμημα σε αίμα για τα οφέλη που απεκόμισε από την Συνθήκη, λόγω της υποκίνησης των «Ορλωφικών» από τους Ρώσους. Υποκίνηση που έγινε με παροχή ψευδών υποσχέσεων οι οποίες ενισχύθηκαν με την παρουσία του ρωσικού στόλου στο Μωριά, υπό τον ναύαρχο Ορλώφ, ώστε να γίνει πιο πιστευτό ότι θα υπάρξει ρωσική υποστήριξη σε περίπτωση εξέγερσης. Όμως αυτή η κίνηση των Ρώσων δεν ήταν ειλικρινής. Επρόκειτο για επιτήδεια κίνηση αντιπερισπασμού με σκοπό τη διάσπαση της συνοχής των τουρκικών δυνάμεων κατά τον ρωσοτουρκικό πόλεμο, μέσω της πρόκλησης εξέγερσης στα νώτα τους. Δυστυχώς όταν έληξε ο πόλεμος και υπεγράφη η συνθήκη Κιουτσούκ Καϊναρτζή, οι Μωραΐτες εγκαταλείφθηκαν από την Ρωσία στην λυσσαλέα εκδικητική μανία των Τούρκων.  Ωστόσον, η χρηματοδότηση της Επανάστασης αλλά και η σημαντική ενίσχυση των δυνατοτήτων των Ελλήνων στον κατά θάλασσαν αγώνα, ήταν αποτέλεσμα αυτής της Συνθήκης.

Δευτέρα σημαντική συγκυρία ήταν ο καταστρεπτικός τουρκικός εμφύλιος μεταξύ του Σουλτάνου Μαχμούτ του Β΄ και του Αλή Πασά Τεπελενλή του σαντζακίου των Ιωαννίνων (1820-1822). Ο πόλεμος αυτός, πέραν της σημαντικής εσωτερικής φθοράς που προκάλεσε στους Οθωμανούς, εξανάγκασε τον Σουλτάνο να αποστείλει μεγάλες δυνάμεις εναντίον του Αλή Πασά, μη δυνάμενος να επικεντρώσει εγκαίρως την προσπάθειά του στην καταστολή της εξεγέρσεως στην Πελοπόννησο.

Τρίτη συγκυρία υπήρξεν ο σημαντικός επιχειρησιακός αντιπερισπασμός που προεκάλεσε ο αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας Πρίγκηπας Αλέξανδρος Υψηλάντης, επιχειρών να εκκινήσει την Επανάσταση στην Μολδοβλαχία την ώρα που ο τουρκικός εμφύλιος ευρίσκετο σε πλήρη εξέλιξη. Πρόκειται για έναν πράγματι τυχαίον αντιπερισπασμόν, ο οποίος υπήρξεν αποτέλεσμα της γενικευμένης ασυνεννοησίας και της καθολικής ελλείψεως συντονισμού των ενεργειών μεταξύ των λοιπών Ελλήνων των βορείων επαρχιών με τους Μωραΐτες. Αλλά αυτή η κίνηση, παρότι κατέληξε σε τραγική καταστροφή των επαναστατικών σωμάτων στον βορρά, εξηνάγκασε τους Τούρκους να διασπάσουν τις δυνάμεις τους σε τρία τελικώς μέτωπα : Μολδοβλαχία, Ήπειρο, Πελοπόννησο.

Τελευταία συγκυρία και πιθανώς η σημαντικότερη από όλες, ήταν η ύπαρξη ενός Μεγάλου Ηγέτη που οδήγησε την Ελληνική Επανάσταση, του κατ΄ουσίαν Εθνάρχη του νέου Ελληνισμού, Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, του ανυπέρβλητου «Γέρου του Μωριά». Όλοι σήμερα παραδέχονται, ότι τίποτε δεν θα ήταν κατορθωτό για τους Έλληνες, αν δεν είχαν την θεογενή τύχη να καθοδηγούνται από τον μεγάλο αυτό Πολέμαρχο-Εθνάρχη, που υπήρξε η ψυχή και ο νους της Εθνικής Επαναστάσεως.

Υπό το κράτος αυτών των ιστορικών συνθηκών και συγκυριών, μέσα από τις τεράστιες ηρωικές θυσίες και την πλημμύρα αίματος των επαναστατών προγόνων μας, το δρώμενο της Επαναστάσεως ετελεσφόρησε, οπότε κατέστη  γεγονός το πρώτο ανεξάρτητο ελληνικό κράτος μετά το 1453.

Οφείλουμε όμως να τονίσουμε εδώ ότι, κατά την πρώτην περίοδον της αναγνωρίσεως του Αγώνος των υποδούλων Ελλήνων, υπήρξεν έντονος αντίδραση και σκόπιμη παρερμηνεία του σκοπού της Ελληνικής Επαναστάσεως, εκ μέρους όλων των Κυβερνήσεων στην Ευρώπη. Ίσως, η μοναδική μοίρα της Ελλάδος να επιβάλλει μετά την εκπλήρωση της Θεϊκής της αποστολής και αφού φωτίζει ολόκληρον τον κόσμον με το ανέσπερο φως της και τον απαλλάσσει από τους εκάστοτε βαρβάρους, να δέχεται κατόπιν τα βέλη, εχθρών και φίλων της αδιακρίτως.

[Επί παραδείγματι η Αγγλική πολιτική, σαφώς προσέβλεπε εχθρικά προς τον ελληνικόν Αγώνα. Σε τούτο συνέβαλαν τα μέγιστα, ο Αρμοστής των Ιονίων Νήσων, σερ Τόμας Μαίτλαντ και ο Άγγλος πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη, λόρδος Στάγκφορντ. Εκ τούτων των …. πολιτισμένων ευγενών, ο μεν πρώτος, δι επιμόνων επιστολών και εκθέσεών του παρίστανε την Ελληνική Επανάσταση «ως σπάσμωδικήν εξέγερσιν ανοήτου συνωμοσίας». Ο δε δεύτερος, αφού εδέχθη από τον Σουλτάνον ως δώρο, πολύτιμον νομισματικήν συλλογήν μυθώδους αξίας του αποκεφαλισθέντος προκρίτου Χαντζερλή, ενεφάνιζε στην κυβέρνησή του, ως εντελώς ασήμαντες τις νίκες των επαναστατημένων Ελλήνων. Μάλιστα δεν εδίστασε να αποδεχθεί και να εκτελέσει πρόταση του Σουλτάνου, περί μετακινήσεως κάποιων Αγγλικών πολεμικών σκαφών, από την Μάλτα στο Αιγαίο, προς εκκαθάριση της περιοχής εκείνης εκ της παρενοχλήσεως των παραπλεόντων ελληνικών καταδρομικών πλοίων ! Προέβη ο … «χριστιανός ευρωπαίος» αυτός σε πράξη καθαρώς εχθρική κατά του Ελληνισμού].

Σημειωτέον επίσης και ότι, ταυτοχρόνως με την αναγέννηση και δημιουργία του ελληνικού κράτους εξεκίνησαν οι διαρκείς έριδες και οι αυξομειούμενες συνεχείς διαμάχες μεταξύ των διεκδικητών της εξουσίας. Επιχειρείται ο βίαιος παραγκωνισμός των  αγωνιστών, από δολίους ανθρώπους που έχουν ισχυρές διασυνδέσεις με τις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις. Οι αγωνιστές  όμως αντιστέκονται, έχοντες την αποδοχή και τη στήριξη του λαού και διατηρούντες ισχυρή παρουσία στα δημόσια πράγματα συνεχίζουν να παλεύουν. Τώρα προσπάθειά τους είναι να μη γίνει «ψευτορωμαίϊκο» το νεοσύστατο κράτος, αλλά πράγματι ελληνικό και συνάμα ορμητήριον απελευθερώσεως όλων των αλύτρωτων εθνικών εδαφών και των σκλάβων αδελφών.

Ας εστιάσουμε στην στιγμή κατά την οποίαν ο βαλής της Αιγύπτου Ιμπραήμ Πασάς προσκεκλημένος από τον Σουλτάνο Μαχμούτ κάνει απόβαση στη Μεθώνη. Πολλοί Έλληνες υπό τις ανηλεείς αφανιστικές σφαγές, απερίγραπτες καταστροφές, διαρκείς απειλές, αλλά και υποσχέσεις του δαιμόνιου εισβολέα για αμνηστία και παροχή προνομίων σε όσους συμβιβαστούν, αρχίζουν και «προσκυνούν». Ο Ιμπραήμ προκάλεσε μεγάλες καταστροφές στην Πελοπόννησο, πυρπολώντας οικισμούς, κόβοντας ακόμη και ελιές και οπωροφόρα δένδρα και καλώντας διαρκώς τον πληθυσμό να προσκυνήσει

Ο Κολοκοτρώνης ξαναβγαίνει στο βουνό και αρχίζει τον κλεφτοπόλεμο. Διενεργεί μεθοδικά σκληρό πόλεμο φθοράς, χτυπώντας τον εχθρό με καταδρομικές ενέργειες, προξενώντας βαρύτατες απώλειες στις δυνάμεις του Ιμπραήμ, ενώ τιμωρεί σκληρά τους «προσκυνημένους».

Όμως η παρουσία του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο με στράτευμα από τουλάχιστον 35.000 άνδρες, δεν δημιουργεί πρόβλημα μόνον στους Έλληνες, δημιουργεί επίσης πολύ σοβαρό πρόβλημα και στις Μεγάλες Δυνάμεις και ιδιαιτέρως στην Αγγλία, που είναι η μεγάλη ναυτική δύναμη. Διότι η «γεφύρωση» της Αιγύπτου με την Πελοπόννησο από τον ικανό και φιλόδοξο Ιμπραήμ (τον λεγόμενο και «Μουσουλμάνο Ναπολέοντα»), δημιουργεί μεγάλα εμπόδια στην αγγλική ναυτική παρουσία και αμφισβητεί την κυριαρχία της Αγγλίας στην νοτιοανατολική Μεσόγειο.

Η αρνητική αυτή προοπτική για τις Μεγάλες Δυνάμεις και ιδιαιτέρως για την τότε Μεγάλη Βρετανία, προκαλεί τελικώς την έντονο αντίδρασή τους, ενώ παραλλήλως τους παρέχει μια μοναδική ευκαιρία να έλθουν στην Ελλάδα ως απελευθερωτές.

Υπό αυτές τις συνθήκες παρεμβαίνουν ως «προστάτιδες» δυνάμεις για να υπερασπιστούν τη «διεθνή νομιμότητα» και συντρίβουν το στόλο του Ιμπραήμ στο Ναυαρίνο, ενώ  τον Αύγουστο του 1828, μια γαλλική εκστρατευτική δύναμη 15.000 ανδρών υπό την αρχηγία του Στρατηγού Νικολάου-Ιωσήφ Μαιζώνος (Nicolas-Joseph Maison) απεβιβάσθη στα νοτιοδυτικά της Πελοποννήσου. Κατά την διάρκειαν του Οκτωβρίου, οι Γάλλοι στρατιώτες έλαβαν τον έλεγχο των κύριων οχυρών που εξακολουθούσαν να κατέχουν τα τουρκικά στρατεύματα. Αν και τα περισσότερα στρατεύματα επέστρεψαν στη Γαλλία μετά από 8 μήνες, στις αρχές του 1829, η γαλλική παρουσία συνεχίστηκε μέχρι το 1833.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΩΡΑΪΤΗΣ

Απάντηση