ΟΙ «ΑΠΑΓΩΓΕΣ» ΚΑΙ ΟΙ ΠΛΗΡΩΜΕΝΕΣ ΔΙΑΚΟΠΕΣ

KEΦ.16

Παρακολουθήσαμε στο προηγούμενο επεισόδιο ότι η Ελλάδα, ως μόνιμο προτεκτοράτο ξένων δυνάμεων, ακόμα και στην περίοδο της στρατιωτικής «δικτατορίας», απετέλεσε ουκ ολίγες φορές θέατρο πρακτορικών επιχειρήσεων της KGB, αλλά φυσικά και των υπολοίπων μυστικών υπηρεσιών, είτε ερήμην είτε εν γνώσει της εκάστοτε Κυβέρνησης.

Σήμερα θα ασχοληθούμε με ένα πλήρως άγνωστο περιστατικό, στο οποίο πάλι η Ελλάδα βρέθηκε στη μέση  του «πολέμου» μεταξύ  των μεγαλύτερων μυστικών υπηρεσιών, της KBG  και της CIA και  μάλιστα στα μέσα του ψυχρού πολέμου.

Το ιστορικό πλαίσιο στο οποίο αναφερόμαστε, τέλη δεκαετίας ’60 και αρχές ’70, έχει φέρει την KGB στη δυσάρεστη διεθνή θέση να απολογείται για αρκετούς πράκτορές της που πέρασαν στο αντίπαλο στρατόπεδο, στη Δύση, κατά την εκτέλεση αποστολών στο εξωτερικό. Επειδή οι περισσότεροι εξ αυτών επέλεξαν να μην δραστηριοποιηθούν ξανά, παρά μόνο να δώσουν όσες πληροφορίες διέθεταν σε αντάλλαγμα για μια αλλαγή ζωής με νέα ταυτότητα και νέα κατοικία, η KGB εφηύρε το παραμύθι της «απαγωγής». Όσοι πράκτορες, με σημαντικές αποστολές δεν εμφανίζονταν ξανά και δεν βρίσκονταν σκοτωμένοι, είχαν «απαχθεί» από τις δυνάμεις της Δύσης- κυρίως τη CIA- και επομένως βρίσκονταν στα χέρια του εχθρού. Στα Κεντρικά ασφαλώς, όλοι γνώριζαν ότι όλοι είχαν αποστατήσει, προδίδοντας τους συντρόφους τους και τις σάπιες «αξίες» ενός διεφθαρμένου καθεστώτος, για μια ανθρώπινη ζωή σε κάποια χώρα της Ευρώπης ή τις ΗΠΑ.

Κάποιες από αυτές τις «απαγωγές» που καταγράφονται στα αρχεία και είχαν γίνει γνωστές στην ειδησεογραφία της εποχής ήταν του αξιωματικού της KGB Ποκρόφσκι στο Τόκιο τον Μάρτιο του 1966, του Πιβοβάρωφ στο Μπουένος Άιρες της Αργεντινής τον Μάρτιο του 1970, καθώς και η εξαφάνιση ενός δήθεν δημοσιογράφου ανταποκριτή στο Δελχί, του Μπεζμένωφ (φωτό) , επίσης τον Μάρτιο του 1970. Η περίπτωση του Πιβοβάρωφ, που έλαβε μεγάλη δημοσιότητα, αποκάλυψε στη διεθνή κοινότητα ότι δεν επρόκειτο για απαγωγή από την CIA, όπως υποστήριζε η ρωσική πλευρά, αλλά από μία αργεντίνικη δεξιά οργάνωση («Μάνο» λεγόταν που στα ισπανικά σημαίνει «χέρι»), σε αντίποινα για την απαγωγή ενός Παραγουανού διπλωμάτη από αριστερούς τρομοκράτες.

Χαρακτηριστική η δεύτερη περίπτωση, του Μπεζμένωφ, που επειδή συνέπεσε τον ίδιο μήνα με την εξαφάνιση του Πιβοβάρωφ, ο Αντρόπωφ, που τότε είχε τα ηνία της KGB, έσπευσε να τον δηλώσει «απαχθέντα» από την CIA, για να μην καταρρεύσει σύντομα σαν χάρτινος πύργος η φήμη της KGB. Μάλιστα, έδωσε στη δημοσιότητα  και την  αποζημίωση που χορήγησε στον γιο του (τον μοναδικό κοντινό του συγγενή), αναγνωρίζοντας τον πράκτορα ως «πεσόντα στο καθήκον». Αυτό ήταν και το μεγαλύτερο φιάσκο. Στη συνέχεια, ο ίδιος ο Μπεζμένωφ, που εμφανίστηκε, δήλωσε επί λέξει τα εξής:

« Αποφάσισα να παραμείνω στην Ινδία, να γίνω ένα είδος «χίπυ» και να γνωρίσω καλύτερα τη χώρα. Δυστυχώς, άρχισα να διαβάζω τοπικές εφημερίδες και ανακάλυψα ότι η Ινδική αστυνομία με έψαχνε. Πανικοβλήθηκα. Προσπάθησα να κλείσω συμφωνία με λαθρέμπορους για να με βγάλουν από τη χώρα αλλά είτε ζητούσαν πολλά λεφτά, είτε δεν με εμπιστεύονταν !»

Τελικά ο Μπεζμένωφ προσέγγισε την CIA μόνος του, η οποία τον έστειλε στην Ελλάδα, εκεί όπου υπήρχε «σοβαρό κλιμάκιο απόσπασης πληροφοριών (debriefing)». Πράγματι ο Μπεζμένωφ εστάλη στην Ελλάδα ως τουρίστας με συνοδεία, χωρίς ποτέ να μαθευτεί οτιδήποτε και από εδώ, μετά την απόσπαση των κρίσιμων πληροφοριών, στον Καναδά για μόνιμη εγκατάσταση. Η ρωσική πλευρά εγκατέλειψε το παραμύθι της δήθεν απαγωγής του, όταν ο Μπεζμένωφ φωτογραφήθηκε να επισκέπτεται μια έκθεση ζωγραφικής στο Μόντρεαλ το 1974, οπότε η KGB, αμέσως ζήτησε πίσω από τον γιο του αποστάτη τα λεφτά που του είχε δώσει ως αποζημίωση!

Παρά ταύτα οι Ρώσοι, για λόγους εσωτερικής κατανάλωσης, συνέχισαν να ενθαρρύνουν την προπαγάνδα περί «απαγωγών» μέχρι το τέλος του ψυχρού πολέμου. Αυτό αποδεικνύεται από την επίσκεψη του Χρουστσώφ το 1987 στην Ουάσιγκτον, όταν ο τότε επικεφαλής των Μυστικών Υπηρεσιών των ΗΠΑ,  Ρόμπερτ Γκέιτς, δεν κατάφερε να τον πείσει, ότι ο Σοβιετικός επιστήμονας Βλαντιμίρ Αλεξάντρωφ που είχε εξαφανιστεί στην Ισπανία, δεν είχε απαχθεί από την CΙΑ.

Σε επιστολή του στον Μπρέζνιεφ, τον Μάιο του 1970, ο Αντρόπωφ, αγανακτισμένος από την διεθνή διαπόμπευση που είχε δεχτεί η KGB εξ αφορμής των δήθεν «απαγωγών» που αποδεικνύονταν πληρωμένες διακοπές ή καθαρή αποστασία των πρακτόρων της, πρότεινε σκληρά μέτρα αντεκδίκησης κατά της CIA, με απαγωγή ενός πράκτορά της από την KGB ! O Μπρέζνιεφ, προκειμένου να αποφύγει το ρίσκο να μην πάει καλά το σχέδιο, με αποτέλεσμα να καταρρεύσει ο μύθος της «άτρωτης» KGB, δεν έδωσε έγκριση, αλλά αντίθετα τον συμβούλευσε να διατάξει επιχειρήσεις που δεν θα ενέπλεκαν ευθέως τη Ρωσία κατά της CIA, αλλά να χρησιμοποιούσε «αντιπροσώπους».

Το προηγούμενο της χρήσης των ανταρτών Σαντινίστας εναντίον Αμερικανικών στόχων στην Κεντρική Αμερική, ενθάρρυνε τόσο τον Αντρόπωφ όσο και την KGB να στραφούν στους Παλαιστινίους ως όργανα των επιδιώξεών τους στη Μέση Ανατολή και την ΕυρώπηΑυτό εξηγεί εν μέρει και τον «έρωτα» των ελληνόφωνων αριστερών στους Παλαιστίνιους, που αποτελούσε, όπως πάντα, εντολή της Ρωσίας προς τους υποτακτικούς της στην Ελλάδα. Για τον τρόπο που αυτό το σχέδιο λειτούργησε, θα μιλήσουμε στη συνέχεια…

(Συνεχίζεται)

 

Γιάννης Ζωγράφος

Μέλος Σ.Σ. ΕΛΑΣΥΝ 

Απάντηση