ΑΝΑΛΕΚΤΑ (2)- Του ανεξάρτητου Ευρωβουλευτή Α. Κωνσταντίνου

Λόγοι ιστορικής ακρίβειας και ηθικής τάξης επιβάλλουν να τονίσουμε ότι και προ του Σπένγκλερ, υπήρξαν ανάλογες προσεγγίσεις περί του ιστορικού γίγνεσθαι ως κυκλικού  δρωμένου, τις οποίες διετύπωσαν τουλάχιστον άλλοι τρείς στοχαστές ευρυτάτης παγκοσμίου εμβελείας, των οποίων το έργο καθόλου δεν φαίνεται να μελετήθηκε και να αποτυπώθηκε στην Πατρίδα μας, τουλάχιστον έως τον Β’ Μεγάλο Πόλεμο (και εν συνεχεία έως τις «γνωσιοπενικές» ημέρες μας) :

Ο Ναπολιτάνος Τζιανμπατίστα Βίκο (1668-1744), πρωτοπόρος στην εθνολογία ως αυτόνομη επιστήμη, ο οποίος έγραψε την «Νέα Επιστήμη» («Scienza Nuova») το 1725, με αναθεώρηση το 1730 και 1740. Το έργο του (με πλήρη τίτλο : «Αρχές της Επιστήμης περί την Κοινή Φύση των Εθνών» – «Principi di Scienza Nuova d’ intorno alla Comune Natura delle Nazioni») ανακαλύφθηκε και μελετήθηκε έναν αιώνα περίπου μετά τον θάνατο του, από τους Γερμανούς ρομαντικούς μεταξύ του 1790 και του 1810 : Πρώτα από τον πρόδρομο του ρεύματος «Θύελλα και Ορμή» Γιόχαν-Γκέοργκ Χάμαν και μέσω του φίλου και μαθητή του Γιόχαν Γκότφρηντ Χέρντερ, τον μεγάλο Γκαίτε και τον Φρήντριχ Χάϊνριχ Γιάκομπι. Η επιρροή του δεν περιορίστηκε μόνον σε αυτούς. Μπορεί να ειπωθεί πως ήταν ο πραγματικός πατέρας της κοινωνιολογίας πριν από τον Αύγουστο Κοντ, ενώ είδε την Ιστορία ως μιαν επαναλαμβανομένη κυκλική διαδικασία. Η «άνοδος» και η «πτώση» συνιστούν ένα σχήμα με το οποίο αναπτύσσεται ο πολιτισμός, εκδηλούμενος σ’ έναν αδιάκοπα επαναλαμβανόμενο κύκλο («Ricorso»), με τρεις εποχές : την θεϊκή, την ηρωική, και την ανθρώπινη. Αυτή η νομοτελειακή διαδικασία σχετίζεται με την ιστορική πορεία του κάθε λαού.

Ο Βίκο έβλεπε τις κοινωνίες ως πολυσυνθετικό συνεργικό προϊόν της λογοτεχνίας, των μύθων, της γλώσσας, των νόμων, της τέχνης, του πολιτεύματος, της θρησκείας και της φιλοσοφίας τους. Ήταν οπαδός της εξελίξεως -όχι όμως υποχρεωτικώς προς το «τέλειο»-. Συνειδητοποίησε πως είναι ανόητη και άκαρπη κάθε ανάλυση της Ιστορίας με βάση τα σύγχρονα κριτήρια του κάθε μεταγενεστέρου αναλυτή, ενώ χρησιμοποιών την ιστορία τους αρχαίας Ρώμης ήταν συνάμα από τους πρώτους που απέρριψαν ως «άγονη» την αρχαιολατρία. Κατ’ αυτόν κάθε εποχή έχει την δική της τέχνη, δικούς της νόμους και πολιτική, ενώ το πεπρωμένο όλων των εποχών και των κύκλων της Ιστορίας είναι η λήθη. Το έργο του είναι γεμάτο εντυπωσιακά προορατικά «μοντέρνα» στοιχεία (που αφορούν στην σύγχρονη ψυχανάλυση, στον υπαρξισμό, στην γλώσσα και στον μαρξισμό) πριν καν αυτά ανακαλυφθούν.

Ο Ρώσος φυσιοδίφης, οικονομολόγος, εθνολόγος, φιλόσοφος, ιστορικός, και ιδεολόγος του Πανσλαβισμού και του κινήματος των Σλαβοφίλων Νικολάϊ Γιακόβλεβιτς Ντανιλέφσκυ (1822-1885), που επίσης ανέπτυξε μια «κυκλική» άποψη της παγκόσμιας ιστορίας. Ο Ντανιλέφσκυ το 1869 δημοσίευσε το βιβλίο του : ««Ρωσία και Ευρώπη : Μια ματιά  στις πολιτιστικές και πολιτικές σχέσεις του σλαβικού κόσμου με τον γερμανο-ρωμαϊκό ». Ήταν το έργο που του απέφερε τεραστία διεθνή φήμη. Σε αυτό, ο συντηρητικός εθνολόγος καινοτόμησε με την μεταφορική χρήση βιολογικών και μορφολογικών όρων στην σύγκριση των πολιτισμών. Εκεί υποστήριξε ότι οι σλαβικοί λαοί θα έπρεπε στο μέλλον να οργανωθούν σε μιαν ομοσπονδία, (στην οποία αναγκαστικώς θα συμμετείχαν και οι μη Σλάβοι Ούγγροι, Ρουμάνοι και Έλληνες), η οποία θα εξετείνετο από την Αδριατική μέχρι τον Ειρηνικό και από τον Αρκτικό μέχρις το Αιγαίο. Επικεφαλής της «Ενώσεώς» τους, στηριζομένης στην αρχή των εθνοτήτων, θα ανελάμβανε η Ρωσία, με «ομοσπονδιακή» πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη.

Ο Ντανιλέφσκυ συγκρίνει τους πολιτισμούς και τα έθνη με τα ποικίλα βιολογικά είδη, αρνείται τα κοινά χαρακτηριστικά μεταξύ εθνών και αντιθέτως υποστηρίζει ότι, κάθε έθνος ή πολιτισμός είναι ενωμένα με την γλώσσα και την πνευματική καλλιέργειά τους, που δεν μπορούν να μεταδοθούν σε κανένα άλλο έθνος. Έτσι χαρακτήρισε τις μεταρρυθμίσεις του Μεγάλου Πέτρου ως «καταδικασμένες σε αποτυχία», δεδομένου ότι αφορούσαν σε μια προσπάθεια επιβολής αλλοεθνών αξιών στον σλαβικό κόσμο.

Ο Ντανιλέφσκυ διέκρινε τέσσερις κατηγορίες της ιστορικής-πολιτιστικής δραστηριότητος : θρησκευτικές, πολιτικές, κοινωνικοπολιτικές και πολιτιστικές. Αυτές οδήγησαν σε δέκα διαφορετικούς ιστορικο – πολιτιστικούς τύπους: αιγυπτιακό, κινεζικό, ασσυροβαβυλωνιακό, εβραϊκό, ελληνικό, ρωμαϊκό, μουσουλμανικό, σλαβικό και ρωμαιογερμανικό. Κατόπιν εφήρμοσε την τελεολογική θεωρία του για την εξέλιξη, δηλώνων ότι κάθε τύπος επέρασε από διάφορα προκαθορισμένα στάδια : νεότης, ενηλικίωση και γήρας. Η τελευταία φάση σημαίνει και το τέλος αυτού του τύπου. Χαρακτήρισε τον σλαβικό τύπο ως ευρισκόμενο στο στάδιο της νεότητας και ανέπτυξε ένα κοινωνικο-πολιτικό σχέδιο για την περαιτέρω καλυτέρα ανάπτυξή του, με την συμμετοχή και ενοποίηση όλου του σλαβικού κόσμου, με πρωτεύουσα του την Κωνσταντινούπολη, απ’ όπου θα κυβερνάται από έναν Ορθόδοξο Αυτοκράτορα. Ενώ οι άλλοι πολιτισμοί έχουν εκφυλισθεί στον τυφλό «περί υπάρξεως αγώνα», ο σλαβικός κόσμος πρέπει να θεωρηθεί ως ο Μεσσίας ανάμεσά τους. Ωστόσο κατά την άποψη του δεν υπάρχει πραγματική ή απόλυτη πρόοδος, καθώς η ιστορία είναι κυκλική.

Ο Κωνσταντίν Νικολάγιεβιτς Λεόντιεφ (1831-1891) ήταν ένας μοναρχικός Ρώσος φιλόσοφος που υπεστήριξε την πρόταση δημιουργίας στενοτέρων πολιτιστικών δεσμών μεταξύ της Ρωσίας και της Ανατολής, προκειμένου η Ρωσία να αντιταχθεί στις καταστροφικές εξισωτικές-ισοπεδωτικές, χρησιμοθηρικές και επαναστατικές επιρροές από την Δύση. Η σκέψη του αναπτύχθηκε στην βάση μιας θρησκευτικής εμπειρίας υπερβολικής αυστηρότητος, έχουσα την παγία τάση να βλέπει τα πάντα από υπερβατική και ένθεο λυτρωτική σκοπιά. Υπεστήριξε με θέρμη την ανατολική πολιτιστική και εδαφική επέκταση της Ρωσίας προς την Ινδία, το Θιβέτ και την Κίνα. Το 1875, προέτεινε ότι οι πολιτισμοί αντικατοπτρίζουν φυσικούς οργανισμούς και παρουσιάζουν ανάπτυξη και «ανθοφορία», η οποία ακολουθείται από πτώση και θάνατο. Συμφώνως προς τον Λεόντιεφ, η πρώτη περίοδος χαρακτηρίζεται από μιαν αυξανομένη ποικιλομορφία. Το magnum opus του είναι το : «Βυζάντιο και Σλάβοι» (1873-75), αλλά το πλέον αξιοσημείωτο βιβλίο του είναι ένα τόμος δοκιμίων με συνολικό τίτλο: «Η Ανατολή, η Ρωσία, και ο Σλαβισμός» (1885-1886). Υπήρξε επίμονος κριτής της δυτικής καταναλωτικής κοινωνίας με την λατρεία της στην υλική ευημερία. Ο Λεόντιεφ, αν και δεν ήταν γνήσιος και τυπικός οπαδός του πανσλαβισμού, συμφωνούσε με ορισμένα σημεία των απόψεων του Ντανιλέφσκυ, ωστόσο τοποθετούσε το κέντρο του ιδεολογικού του προγράμματος στην Ορθοδοξία και στους (υποδούλους τότε των Τούρκων) ορθοδόξους λαούς, σλαβικούς και μη. Αυτό ωφείλετο στις εγγενείς δυσκολίες μιας «Ενώσεως» με τους δυτικούς Σλάβους, οι οποίοι δεν ήσαν μόνον καθολικοί, αλλά και φιλελεύθεροι, αντίθετοι προς το παραδοσιακό συγκεντρωτικό καθεστώς της Ρωσίας.

Ο Λεόντιεφ θεωρούσε τον παραδοσιακό ρωσικό «Βυζαντισμό» ως μιαν αληθινή ευλογία και ισχυρό αντίδοτο κατά της περαιτέρω φιλελευθεροποιήσεως της κοινωνίας της πατρίδος του. Οι αισθητικές και πολιτικές θεωρίες του είχαν κάποιες σαφείς ομοιότητες με εκείνες του Νίτσε και του Σπένγκλερ. Ο Λεόντιεφ προηγήθηκε αρκετές δεκαετίες του Σπένγκλερ στην θεωρία της κυκλικής φύσεως των πολιτισμών και στην σύλληψη της παρακμής της Δύσεως. Ακόμη εθεώρησε ότι η Δύση είχε φθάσει στην έναρξη του τελευταίου σταδίου τους.

Ων απαισιόδοξος από την φύση και την φιλοσοφία του, ο Λεόντιεφ έκανε διάφορες ζοφερές προβλέψεις, που κατέληξαν να γίνουν πραγματικότης. «Επροφήτευσεν» ότι, στον επόμενον αιώνα (τον 20ο), θα υπάρξει μια αιματηρά επανάσταση στην Ρωσία υπό την ηγεσία του «Αντιχρίστου», η οποία θα είναι σοσιαλιστική και τυραννική στην φύση, και της οποίας οι κυβερνήτες θα εξασκήσουν περισσοτέρα ισχύ απ’ ό,τι οι τσαρικοί τους προκάτοχοι. Είπε ακόμη ότι ο «σοσιαλισμός είναι η φεουδαρχία του μέλλοντος». Επίστευε πως μόνον η σκληροτέρα δυνατή αντίδραση θα μπορούσε να αποτρέψει αυτό το σενάριο. Επίσης προέβλεψε ότι η Γερμανία θα καταστεί αρκετά ισχυρά ώστε να διεξάγει έναν ή δύο μεγάλους πολέμους, αλλά όχι περισσοτέρους και ότι μιαν ημέρα η Κίνα θα απειλήσει την ισχύ της Ρωσίας. Τέλος ισχυρίσθηκε ότι η τεχνολογία θα οδηγήσει κάποτε σε παγκόσμιο καταστροφή.

Παρά την σπενγκλεριανή σαγήνη και επιρροή στην Πατρίδα μας, στα πρώτα χρόνια μετά το 1930 δεν στέκουν κυρίαρχες οι όποιες «αντιδυτικές» φωνές. Δεν είναι αυτές που χρωματίζουν το δρώμενο και ορίζουν τον τόνο στην συζήτηση. Το πρόβλημα των πολιτισμικών σχέσεων με την Δύση επανήλθε τότε πιεστικότερο, ορμητικό και επίμονο από μια νέα γενεά διανοουμένων που την διακρίνει ο έντονος ευρωπαϊσμός τους, αλλά συνάμα και η επίγνωση της «ηγεμονικότητος» της Δύσεως. Απηυδισμένη από την οποιαδήποτε εθνοκεντρική «σωληνώδη και μυωπική όραση» και τον μεμψίμοιρο και καθωσπρεπικό επαρχιωτισμό του παρελθόντος, η γενεά αυτή στρέφεται εξερευνητική και αναζητητική προς την αναρρωνύουσα Ευρώπη, στρέφεται μέσα από τους σταθεροτύπους του δικού της καλοσπουδαγμένου αστικού καθωσπρεπισμού.

Ωστόσον, γρήγορα η ζωηρά και σφύζουσα αυτή νέα προσέγγιση των πολιτισμικών σχέσεων με την Δύση, προσκρούει στο βασανιστικό ερώτημα: Τι δύναται ν’ αντιπαραθέσει η Ελλάς στην πολιτισμική ηγεμονία της Δύσεως; Δεν θα μπορούσε βεβαίως να αντιτάξει, για μιαν ακόμα φορά, την φθίνουσα και ελειμματική ρητορεία ενός  αδιαλλάκτου Εθνικισμού, την όποια ανατολίτικη «ρωμιοσύνη» ή την φθοροποιό και αδιέξοδο ρομαντική «προγονοπληξία» του ατελεσφόρου «αρχαιοστρόφου ελληνοκεντρισμού». Τώρα απαιτείτο κάτι ζωντανό, λαϊκό αλλά ταυτοχρόνως και σύγχρονο, κάτι άγνωστο έως τότε, αρχέγονο και νεοελληνικό συνάμα. Τώρα λοιπόν, η ανακάλυψη του Μακρυγιάννη και του Θεόφιλου θα υπενθυμίσει στους εκλεκτικά ρηχούς Ευρωπαίους πως δεν υπάρχει μόνον η αρχαία Ελλάς των «τότε Ελλήνων» με το κλασικό τους πρόσωπο, αλλά και η σύγχρονη, η ζωντανή Ελλάς, των απογόνων τους, των «τώρα Ελλήνων», με την λαϊκή τους φυσιογνωμία και την σημαντική τους ιδιοπροσωπία !

Α. Κωνσταντίνου

Απάντηση