ΑΝΑΛΕΚΤΑ (3)- Του ανεξάρτητου Ευρωβουλευτή Α. Κωνσταντίνου

Την απόπειρα αναπροσδιορισμού και αναδομήσεως των σχέσεων της Ελλάδος με την Δύση την επωμίσθηκε, σε μεγάλο βαθμό, η περιβόητη «Γενιά του Τριάντα», μάλλον σηκώνοντας βάρος πολύ μεγαλύτερο απ’ αυτό που μπόρεσαν ν’ αντέξουν οι πρόθυμοι μα όχι ηράκλειοι ώμοι της. Παρά το ότι ο κύκλος αυτός των διανοουμένων  δεν θα χρησιμοποιήσει πολύ εκτενώς τον όρο «Ελληνικότης», θα συνδεθεί άρρηκτα μ’ αυτόν και θα θεωρηθεί (εσφαλμένα) δημιουργός του. Ο λόγος είναι απλός : από την «Γενιά του Τριάντα», εκπορεύθηκε η ρομαντική φιλοδοξία αντίιστάσεως ενάντια στον πνευματικό ηγεμονισμό της Δύσεως, φιλοδοξία η οποία εκφράσθηκε μέσα από την αντικειμενική αντανάκλαση (ή σύμφωνα με τους αμφισβητίες και επικριτές, με το «ιδεολόγημα») της Ελληνικότητος, ακριβώς όπως σε άλλες χώρες εκφράζεται μέσα από παρόμοιες έννοιες ωσάν αυτές του Deutschtum, της Italianita – Romanita ή της Hispanidad. (Από εμάς τους Εθνικιστές εκτιμάται ως αντιφυσική, αντιιστορική και υπεραπλουστευτική αυθαιρεσία, η επιλογή να αποτιμάται ως δήθεν απλό κι απλουστευτικό «ιδεολόγημα» η Ελληνικότης, δηλαδή ως μια κατασκευασμένη και τεχνητή ιδέα ή άποψη, που τάχα επινοήθηκε με μόνο σκοπό την υποστήριξη των αναλόγων θέσεων. Αυτή η προσέγγιση είναι στείρος και «παραμαρξιστικός» ακαδημαϊσμός, από ανθρώπους που φύσει ή θέσει αδυνάτησαν να έχουν βιωματική εμπειρία της Ελληνικότητος, οπότε την μετάγουν σε μιαν άψυχη και αδρανή «ορολογική» υπεραπλούστευση).

Βεβαίως, έκτοτε η «φύσει ευρεία» τάση αντιστάσεως στον φερ’ ειπείν δυτικό πολιτιστικό ηγεμονισμό, δεν εξεφράσθη πλέον με κάποιαν απλή άρνηση, μήτε προσέλαβε την απλοϊκή μορφή του ανολοκληρώτου δογματικού «μισοξενισμού», όπως συνέβαινε παλαιότερον. Αντιθέτως, επεδιώχθη απροκαλύπτως η μετωπική αντιπαράθεση προς την «Δύση», υπό ίσους όρους, μέσα από την συστηματική αναζήτηση και ανάδειξη της εθνικής μας μοναδικότητος και πρωτοτυπίας.

Συνεπώς, φαίνεται ότι η προϊούσα διαμόρφωση, απαρτίωση και αποτύπωση της εννοίας της Ελληνικότητος στην δεκαετία του ‘30, είναι ένα πολυπαραγοντικό αποτέλεσμα, οφειλόμενο μεταξύ άλλων και στην νέα ιστορική φάση στην οποία εισήλθε βιαίως και «αλματικώς» η ελληνική Εθνική Θεωρία, μετά την διαρηκτική ώση της Μικρασιατικής Καταστροφής. Τούτη η μετεξέλιξη της εννοίας εκλαμβάνεται και ως εύλογη επιπλέον απόρροια της εντόνου παροξύνσεως του προβλήματος της «Εθνικής Αυτογνωσίας», ιδιαιτέρως δε της μονοσημάντου εντάσεως της σχέσεως Ελλάδος – Δύσεως.

Εφεξής, η νέα γενεά «λειτουργών» και «θεραπόντων» της «Εθνικής Θεωρίας», διεκδικητική, φιλόδοξη κι ανικανοποίητη, απομακρύνθηκε από τον εγχώριο απομονωτισμό του γλωσσικού ζητήματος και της αυτιστικής εθνικής ενδοσκοπίας, αποπειρώμενη, με νεανική θρασύτητα, μια πιο απαιτητική συμμετοχή της στον ευρωπαϊκό πνευματικό στίβο, ενώ ζήτησε να συναλλαγεί με την περιρρέουσα πραγματικότητα, με τελικό μέτρο την Ιθαγένεια και την Ελληνικότητα, αλλά και την πρωτοτυπία.

Επεχείρησε λοιπόν -με κάποιαν ανυπόμονη ανωριμότητα και απερισκεψία- την εισαγωγή νέων λογοτεχνικών ειδών και ποιητικών ρευμάτων, διεκήρυξε ανέμελη την εκουσία εύκολη εγκατάλειψη της ηθογραφίας στην λογοτεχνική της έκφραση και προσεπάθησε να επιτύχει την μεγίστη εφικτή διεύρυνση των πνευματικών της οριζόντων. Εν τέλει, αυτή η γενεά έθεσε υπό ενδελεχή εξέταση την σχέση Έθνους και «ανθρωπότητος» σε σχετικώς ικανό θεωρητικό επίπεδο, επιδιώκουσα και φιλοδοξούσα με παραχωρήσεις και επιτηδείους εξωραϊσμούς να εξασφαλίσει για την Ελληνικότητα μια κυρίαρχη θέση στα πολυσύνθετα και πολυεπίπεδα πλαίσια του Δυτικού πολιτισμού.

Δυστυχώς, μήτε οι εθνοκεντρικοί «παλαιοτυπικοί» Εθνικιστές, μήτε οι φιλοευρωπαϊστές δημοκράτες και «δημοκράτες» θα κατορθώσουν στον Μεσοπόλεμο να υπερβούν στην πράξη την ανυπαρξία θετικού και συνεκτικού «Πολιτικού Μύθου». Στην καλύτερη περίπτωση ελειτούργησαν ως επίμονο και ανθεκτικό φράγμα απέναντι στην τοξικώς αντεθνική κομμουνιστική πλημμυρίδα. Η Πατρίδα μας, μη έχουσα συνέλθει ακόμη από την αφανιστική κατέρρειψη του 1922, θα κινηθεί «ανακλαστικώς» επιταχυνομένη προς τον επερχόμενο εξοντωτικό ωκεάνιο τυφώνα, πλησίστια μεν και με γενναίο πλήρωμα τον αείποτε τολμητία Ελληνισμού, αλλά δίχως ανθεκτικό πηδάλιο από το 1922 έως το 1936, οπότε δυστυχώς έχουν πλέον σχηματοποιηθεί οι τροχιές της επικειμένης παγκοσμίου αιματηράς ρήξεως των ιδεών και των γενεθλίων κόσμων τους.

Νεανική αμάθεια, μωρός πνευματικός σνομπισμός και μονομανία καταδείξεως νεωτερικών και πρωτοτύπων ιδεών οδήγησαν πολλούς φιλελεθέρους διανοούμενους του Μεσοπολέμου στην απόρριψη της Ελληνικότητος ως στατικής εκδοχής της αυτοσυνειδησίας του Έθνους με την κατηγορία της «πύλης» για μιαν ολίσθηση σε τάχα «ανερμάτιστο Εθνικισμό». Έτσι συχνά πριν καν ωριμάσει η όποια σχηματοποιουμένη Ελληνικότης, απεσύρθη, μυκτηρίσθηκε και καταβαραθρώθηκε, καθώς η διανόηση της εποχής προέβη στην υιοθέτηση του πλέον εύπεπτου και πλαστικώς ….. μαλάξιμου όρου «νεοελληνικόν ύφος»

Η κριτική στάση του Γιώργου Θεοτοκά απέναντι στον Περικλή Γιαννόπουλο – του οποίου την μύχια επιρροή, τόσον εμφανή στα κείμενά του ηρνείτο να αναγνωρίσει- αλλά και η πρόθυμη συμπαράσταση που θα σπεύσουν να του προσφέρουν άλλοι διανοούμενοι στις επιθέσεις που δέχεται από τους θαυμαστές των Γιαννοπουλικών ιδεών, αποκαλύπτουν για πολλοστή φορά τον πολυποίκιλα διαφορετικό τρόπο με τον οποίον ορισμένοι νέοι διανοούμενοι του Μεσοπολέμου -και μάλιστα όλων των ιδεολογικοπολιτικών αποχρώσεων- αντιμετώπιζαν το περιεχόμενο του όρου «Ελληνικότητα». Μετά την πραγματοποίηση του τριπλού τεύχους-αφιερώματος του περιοδικού «Νέα Γράμματα» στον Περικλή Γιαννόπουλο [που, σύμφωνα με την παρουσίασή του από τον Αντρέα Καραντώνη, στόχο είχε : «να μας εμπνεύσει το κήρυγμά του ένα σύστημα γνήσιων νεοελληνικών αξιών κι’ ένα σταθερό, συνειδητό συναίσθημα καθολικού ελληνισμού, καθαρίζοντας την όρασή μας από τα υπερπλεονάζοντα σκοτάδια της ποικιλόμορφης δυτικής επίδρασης»], θα ακολουθήσει ο «πολεμικός» αντίλογος των Σ. Πάμφυλου («Ένα γράμμα. Μια φωνή διαμαρτυρίας [για το αφιέρωμα των Νέων Γραμμάτων στον Περικλή Γιαννόπουλο]») και Αγγ. Τερζάκη («Ένα στίγμα»), στο ίδιο το περιοδικό «Νεοελληνικά Γράμματα», αλλά και μια απρόσμενη αρνητική αντίδραση του «εθνικοσοσιαλίζοντος» Μανώλη Καραγάτση, στην «Νέα Εστία» («Οι Επιτάφιοι»). Ο πρόωρα χαμένος Δημήτριος Καπετανάκης θα γράψει με απαξιωτική διάθεση για τους επικριτές του Μεγάλου Αφυπνιστή : «Τον είπαν τρελλό, επειδή το πάθος του ξεπερνά τα μέτρα τους» («Νεοελληνικά Γράμματα», 21-5-1938). Και η κρίση του Καπετανάκη φαίνεται εκ των υστέρων διπλά σωστή : αυτοί ήσαν βολεμένοι αστοί που διπλοβολεύτηκαν στην συνέχεια. Ο Περικλής Γιαννόπουλος ήταν επαναστάτης ιδεοκήρυκας, διαφωτιστής και μεταρρυθμιστής.

Η «Ελληνικότης» σε αυτούς τους διανοουμένους οι οποίοι  αποστασιοποιήθηκαν από τον εθνεγερτικό δαυλό του Γιαννόπουλου, εγένετο αντιληπτή ολιγότερον περιχαρακωμένη, περισσότερον απεριόριστη, ως μια σύλληψη δυναμική, διαμορφωμένη μέσα από μια σχέση αλληλεπιδράσεως και αλληλεξαρτήσεως με τον Δυτικό πολιτισμό και την εξελισσομένη Δυτική πνευματική καλλιέργεια. Συνεπείς προς την αντίληψή τους αυτήν, επέμεναν στην παρουσίαση του Ελληνισμού ως ενός διαρκούς Γίγνεσθαι, ως μιας διαδικασίας μόνιμης εξέλιξης κι εναλλαγής. Η κατ’ αυτούς «συμπαγής» αλλά και «στατική» Γιαννοπούλειος αντίληψη της «Ελληνικότητος», αντέβαινε στις προσδοκίες αυτής της γενεάς, που μάλιστα φιλοδοξούσε άλλοτε εύσχημα και προσχηματικά και άλλοτε προκλητικά -με τελοεφηβικό θράσος- να εγχαράξει νέα στοιχεία στην Εθνική μας Ταυτότητα και να τονίσει την εθνική μας «ετερότητα», αλλά ιδωμένη μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο του Δυτικού πολιτισμού. Αν λοιπόν θεωρούσαν την «Ελληνικότητα» ως κάτι ήδη συντελεσθέν, ως ένα σύστημα κλειστό, αυτάρκες και αυτοτελές, που δεν είχε χρεία, ούτε και έπρεπε να έχει, πέραν της εξεταστικής μελέτης οιουδήποτε είδους άλλη σχέση με τον υπόλοιπο ανθρώπινο πολιτισμό, τότε όλοι οι φιλόδοξοι οραματισμοί αυτών των νέων αστών διανοουμένων του Μεσοπολέμου θα ήσαν άχρηστοι και αστήρικτοι, δηλαδή «θα έπεφταν στο κενό». Η όποια πρωτοτυπία τους δεν θα είχε παρουσία στο «ήδη συμβάν». Εστάθησαν όλοι τους πολύ τυχεροί, διότι μεταπολεμικώς ο Εθνικός Στρατός συνέτριψε τους μπολσεβίκους κατά την εμφύλιο σφαγή και έτσι απέφυγαν το αδελφοκτόνο λεπίδι της ΟΠΛΑ ή τις … «μεταφυσικές εμπειρίες» στα γκουλάγκ.

Α. Κωνσταντίνου

Απάντηση